{"paper_id":"176ff004-c472-4bcc-a45c-3d385f92207e","body_text":"ΠΤΥΧΙΑΚΗ  ΕΡΓΑΣΙΑ \n \nΕνδομητρίωση: ο ρόλος της διατροφής και των γονιδίων \n \nEndometriosis: the role of diet and genetics \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \nΤσάβου Ελένη – Άννα, 3520064 \nΧατζηγιάννη Ιωάννα, 3520137 \n \n \nΚαλαφάτη Ιωάννα – Παναγιώτα, Εντεταλμένη Διδάσκοντας \n \n \n \nΤρίκαλα, 2024\n \n \nΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ \nΤμήμα Διαιτολογίας και Διατροφολογίας \n \n\n\n1 \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n\n2 \n \nΚατάλογος Εικόνων \nΕικόνα Εξωφύλλου \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n\n3 \n \nΚατάλογος Πινάκων \nΠίνακας 1: Σχέση Ενδομητρίωσης-Γονιδίων-Διατροφής ........................................................ 41 \nΠίνακας 2: Σχέση Ενδομητρίωσης-Διατροφής ........................................................................ 44 \nΠίνακας 3: Σχέση Ενδομητρίωσης-Γονιδίων ........................................................................... 46 \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n\n4 \n \nΕυχαριστίες \nΓια τη διεκπεραίωση της παρούσας Πτυχιακής Εργασίας θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε την \nεπιβλέπουσα καθηγήτριά μας κ. Καλαφάτη Ιωάννα-Παναγιώτα για την πολύτιμη καθοδήγηση \nπου μας προσέφερε. Εκφράζουμε ένα βαθύ ευχαριστώ για τον χρόνο που διέθεσε παρέχοντας \nχρήσιμες συμβουλές και οδηγίες που βοήθησαν στην ολοκλήρωση της Πτυχιακής μας \nΕργασίας. Με αυτόν τον τρόπο μας δόθηκε  η ευκαιρία να μελετήσουμε εν βάθη τη νόσο της \nΕνδομητρίωσης, χάρις στην εμπιστοσύνη που μας έδειξε προς την επιλογή του θέματος.  \nΗ τελική διαμόρφωση της εργασίας είναι αποτέλεσμα εκτεν ούς έρευνας και αναζήτησης, ενώ \nαποτελεί την ολοκλήρωση των σπουδών μας στο Τμήμα Διαιτολογίας και Διατροφολογίας, \nΤρικάλων. \nΕπιπλέον, θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τους καθηγητές του Τμήματος για  την ανιδιοτελή \nπροσφορά τους και  τις γνώσεις που μας μετέδωσαν κατά τη διάρκεια της μέχρι στιγμής \nακαδημαϊκής μας πορείας. \nΤέλος, οφείλουμε ευχαριστίες στους γονείς μας  και σε εκείνους που συνέβαλαν ψυχικά και \nηθικά, υποστηρίζοντας μας σε όλο το διάστημα των σπουδών, καθώς και στην ολοκλήρωση  \nτης εργασίας μας. \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n\n5 \n \nΠίνακας περιεχομένων \n \nΚατάλογος Εικόνων ................................................................................................................................ 2 \nΚατάλογος Πινάκων ................................................................................................................................ 3 \nΕυχαριστίες ............................................................................................................................................. 4 \nΠερίληψη................................................................................................................................................. 7 \nAbstract ................................................................................................................................................... 8 \n1. Ενδομητρίωση, Γονιμότητα και Εγκυμοσύνη ................................................................................. 9 \n1.1 Γονιμότητα .................................................................................................................................... 9 \n1.2 Εγκυμοσύνη .................................................................................................................................. 9 \n1.2.1 Αλλαγές κατά την εγκυμοσύνη ......................................................................................... 10 \n1.2.2 Διατροφή κατά την εγκυμοσύνη........................................................................................ 10 \n1.2.3 Δυσλειτουργίες κατά την εγκυμοσύνη .............................................................................. 11 \n1.2.4 Έγκυες με αναπαραγωγικές διαταραχές ............................................................................ 12 \n1.3. Η επίδραση της Ενδομητρίωσης στη Γονιμότητα ...................................................................... 12 \n1.4 Ενδομητρίωση και δυσμενείς επιδράσεις στην εγκυμοσύνη ...................................................... 14 \n1.5. Διατροφική Επίδραση στη Γονιμότητα ...................................................................................... 15 \n2. Καρκίνος του Ενδομητρίου ........................................................................................................... 16 \n2.1 Καρκίνος ενδομητρίου ................................................................................................................ 16 \n2.2 Καρκίνος ενδομητρίου και διατροφή .......................................................................................... 18 \n2.3. Σύνδρομο του Lynch .................................................................................................................. 20 \n2.4. Η επίδραση της διατροφής στο Σύνδρομο του Lynch ................................................................ 21 \n3. Ενδομητρίωση και Ορμονική Θεραπεία ....................................................................................... 21 \n3.1 Ορμονικό υπόβαθρο .................................................................................................................... 21 \n3.2. Θεραπεία Ορμονικής Καταστολής ............................................................................................. 22 \n4. Ενδομητρίωση και Συμπληρώματα Βιταμινών στο Οξειδωτικό Στρες ......................................... 24 \n4.1 Βιταμίνες C και E ........................................................................................................................ 24 \n4.2. Οξειδωτικό Στρες και τα Μικροθρεπτικά Συστατικά ................................................................. 25 \n5. Ενδομητρίωση, έκφραση γονιδίων και διατροφή ......................................................................... 27 \n5.1. Επιδημιολογία και Κληρονομικότητα Ενδομητρίωσης .............................................................. 27 \n5.2 Γενετικό υπόβαθρο ενδομητρίωσης ............................................................................................ 28 \n5.3. Διατροφή και Ενδομητρίωση ..................................................................................................... 33 \n5.3.1. Θετική Επίδραση της Διατροφής στην Ενδομητρίωση .................................................... 33 \n5.3.2. Διατροφικός Κίνδυνος Ενδομητρίωσης ........................................................................... 35 \n6. Ειδικό Μέρος ................................................................................................................................. 37 \n\n6 \n \n6.1. Σκοπός ................................................................................................................................. 37 \n6.2. Μεθοδολογία ....................................................................................................................... 37 \n6.3. Πίνακες Αποτελεσμάτων ............................................................................................................ 38 \n6.3.1. Σχέση Ενδομητρίωσης – Γονιδίων - Διατροφής .............................................................. 38 \n6.3.2. Σχέση Ενδομητρίωσης - Διατροφής ................................................................................. 42 \n6.3.3. Σχέση Ενδομητρίωσης - Γονιδίων ................................................................................... 45 \n6.4. Ανάλυση Αποτελεσμάτων .................................................................................................... 47 \n6.4.1. Σχέση Ενδομητρίωσης – Γονιδίων - Διατροφής ........................................................... 47 \n6.4.2. Σχέση Ενδομητρίωσης - Διατροφής ............................................................................. 48 \n6.4.3. Σχέση Ενδομητρίωσης - Γονιδίων ................................................................................ 50 \n7. Συμπεράσματα .............................................................................................................................. 52 \nΒιβλιογραφία ......................................................................................................................................... 54 \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n\n7 \n \nΠερίληψη \nΗ ενδομητρίωση είναι μια σύνθετη νόσος που επιφέρει χρόνιες φλεγμονώδεις επιδράσεις στον \nανθρώπινο οργανισμό, ενώ παράλληλα παρουσιάζει αυξανόμενο επιπολασμό στο γυναικείο \nφύλο σε παγκόσμιο επίπεδο. Στη μελέτη αυτή αναφέρεται η σχέση της ενδομητρίωσης με το \nγονιδιακό υπ όβαθρο του ατόμου και ο ρόλος της διατροφής στην εξέλιξη της νόσου.  Ένα \nσύνολο ερευνών που διεξήχθησαν τα τελευταία χρόνια,  υποδεικνύουν άμεση επίδραση της \nνόσου στην εγκυμοσύνη και στον κίνδυνο εμφάνισης υπογονιμότητας. Η διατροφή αποτελεί \nέναν ακόμη παράγοντα που σχετίζεται με τα προαναφερθέντα, ενώ διερευνάται περισσότερο \nσαν μέσο πρόληψης παρά αντιμετώπισης της ενδομητρίωσης, αναστέλλοντας την περαιτέρω \nεξέλιξή της. Πέρα από την συχνή σύνδεση ποικίλων ασθενειών με τους τύπους καρκίνου, η \nενδομητρίωση εμ φανίζει άμεση αλληλεπίδραση με το σύνδρομο του Lynch καθώς οι \nεπαναλαμβανόμενες βλάβες στο ενδομήτριο επιτείνουν την κακουχία του συνδρόμου. Ωστόσο, \nτα ευρήματα περιορίζονται λόγω ελλιπών ερευνών, γεγονός που αποδίδεται στη μικρή \nσυχνότητα του συνδρόμου στ ον γυναικείο πληθυσμό. Ως είθισται, οι ορμόνες αποτελούν τον \n«ηθικό αυτουργό» της λειτουργικότητας της ενδομητρίωσης, όπου η ρύθμιση τους ορίζει την \nκατάσταση έξαρσης ή ύφεσης της νόσου. Σε περιπτώσεις δραστικής φλεγμονής, συναντάται \nαυξημένος αριθμός ελεύ θερων ριζών οξυγόνου ( Reactive Oxygen Species - ROS) στην \nπεριτοναϊκή κοιλότητα, οδηγώντας στην εμφάνιση οξειδωτικού στρες. Επομένως, ξεχωρίζει \nγια ακόμη μια φορά η αξία της διατροφής σε κάθε πτυχή της ζωής του ανθρώπου, με τα \nμικροθρεπτικά συστατικά να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις περισσότερες εκφάνσεις της \nνόσου. \nΟ κύριος στόχος αυτής της πτυχιακής εργασίας είναι να αναφέρει την αξία της ευρύτερης \nμελέτης της ενδομητρίωσης και το αντίκτυπο της στη ζωή της γυναίκας, μέσω ανασκόπησης \nτης βιβλιογραφίας των τελευταίων ετών. Αυτό θα φέρει επίγνωση και θα δημιουργήσει \nπρογράμματα πρόληψης έναντι της ενδομητρίωσης, με την κινητοποίηση του ευρύτερου \nσυστήματος υγείας. Επίσης, σκοπεύει στην ανάπτυξη και υλοποίηση θεραπευτικών \nπαρεμβάσεων, ώστε να προσφέρει βοήθεια στις γυναίκες που έχουν ήδη επηρεαστεί από τη \nνόσο. Συστήνετα ι η αξιοποίηση της ήδη υπάρχουσας γνώσης για την βελτιστοποίηση των \nδράσεων των ειδημόνων υγείας, παράλληλα με την διαρκή διεξαγωγή ερευνών. Άλλωστε, η \nδιατροφογενετική καθώς και η ενδομητρίωση, αποτελούν τομέα και νόσο αντίστοιχα, σχετικά \nνέα στο χώρο υγείας με ελλιπή δεδομένα, διότι δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. \nΛέξεις-κλειδιά: ενδομητρίωση, γονίδια, διατροφή, διατροφογενετική \n\n8 \n \nAbstract \nEndometriosis is a complex disease that causes chronic inflammatory effects on the human \nbody while showing increasing pre valence in women worldwide. This study refers to the \nrelationship of endometriosis to a human’s genetic background and the role of diet in the \ndevelopment of the disease. Several research cases conducted in recent years indicate a direct \nimpact of the disease on pregnancy and the risk of infertility. Nutrition is another factor closely \nrelated to those mentioned above, being used more as a mean of prevention rather than treatment \nof endometriosis, inhibiting its further development. In addition to the frequent connection of \ndiseases to different types of cancer, endometriosis is closely linked to Lynch Syndrome, as \nrecurrent lesions in the endometrium extend the malignancy of the syndrome. However, the \nfindings are limited due to incomplete research, which is attributed to the low-frequency finding \nof the syndrome in the female population. Hormones act as the “moral perpetrator ” of \nendometriosis functionality, the regulation of which defines the state of exacerbation or \nrecession of the disease. In cases  of active inflammation, an increased number of reactive \noxygen species (ROS) is found within the peritoneal cavity, leading to oxidative stress. \nTherefore, the value of nutrition in every aspect of life is highlighted once again, with \nmicronutrients having a leading role in most manifestations of the disease. \n \nThe main objective of this thesis is to bring to light the value of the broader study of \nendometriosis and its impact on women ’s lives, through the review of recent years ’ literature. \nThis will bring focus and create much -needed prevention programs against endometriosis, by \nmobilizing the wider aspect of the health system. It also aims in the development and \nimplementation of therapeutic interventions in order to provide help to women who have \nalready been affected by the disease. Utilizing the existing knowledge to optimize Health \nSpecialists' actions is recommended , while constantly conducting new research. After all, \nnutrigenetics as well as endometriosis are both considered relatively new in the fi eld of \nmedicine with incomplete data, since they have yet to be sufficiently studied. \n \nKey-words: endometriosis, genetics, nutrition, nutrigenetics \n \n \n  \n\n9 \n \n1. Ενδομητρίωση, Γονιμότητα και Εγκυμοσύνη \n1.1 Γονιμότητα \nΩς γονιμότητα ορίζεται η φυσική ικανότητα σύλληψης παιδιού (Gnoth et al, 2005). Ωστόσο, \nεάν μια γυναίκα αδυνατεί να μείνει έγκυος ακόμη και μετά από ένα χρόνο προσπάθειας, \nθεωρείται ότι παρουσιάζει υπογονιμότητα. Φυσικά, αυτό δεν αποτελεί αυστηρά γυναικείο \nπρόβλημα. Σε ένα ποσοστό 35% των ζευγαριώ ν που αδυνατούν να συλλάβουν, ο λόγος \nοφείλεται και στα δύο φύλα. \nΥπάρχουν ποικίλες αιτίες υπογονιμότητας και σχετικών προβλημάτων που μπορεί να \nεπηρεάζουν και τα δύο μέλη του ζευγαριού. Παρόλο που σε ένα τέταρτο των περιπτώσεων δεν \nαναγνωρίζεται η αιτία, κάποιοι από τους λόγους που έχουν βρεθεί είναι πιθανόν η έλλειψη της \nτακτικής ωορρηξίας που αντιστοιχεί στην μηνιαία απελευθέρωση του ωαρίου, φραγμένες ή \nτυχόν κατεστραμμένες σάλπιγγες και η ενδομητρίωση. Από την πλευρά του άνδρα βασικότερο \nαίτιο αποτελεί το κακής ποιότητας σπέρμα. \nΕπιπλέον, υπάρχουν ποικίλοι φυσικοί παράγοντες κινδύνου που επηρεάζουν τη γονιμότητα \n(Krausz et al , 2018). Οι σημαντικότεροι  από αυτούς είναι η ηλικία , καθώς η γονιμότητα \nεξαρτάται άμεσα και ελαττώνεται με την πάροδο του χρόνου, το βάρος όπου η παχυσαρκία \nαλλά και η υποθρεψία μπορεί να επηρεάσουν την ωορρηξία, καθώς και διάφορες μολύνσεις \nτης αναπαραγωγικής οδού. Επιπλέον, το κάπνισμα, ακόμη και σε παθητική μορφή, δύναται να \nεπηρεάσει τις πιθανότητες σύλληψης καθώς και την ποιότητ α του σπέρματος για τον άντρα \nενώ οι διάφοροι περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως η καθημερινή έκθεση σε διάφορα \nφυτοφάρμακα, μέταλλα και διαλύτες από την πρόσληψη φρούτων και λαχανικών φαίνεται να \nεπηρεάζουν σημαντικά τη γονιμότητα, ιδιαίτερα στο αρσενικό φύλο. \nΠλέον, έχει σχεδιαστεί ειδικό τεστ υπογονιμότητας το οποίο βασίζει τα αποτελέσματά του στην \nαξιολόγηση των παραπάνω κατηγοριών. Σε κάθε ζευγάρι μπορεί να εντοπίζεται μία αιτία, χωρίς \nαυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβάλλουν στο φαινόμενο της υπογον ιμότητας \nπερισσότερες από μία ταυτόχρονα. \n \n1.2 Εγκυμοσύνη  \nΗ εγκυμοσύνη, είναι μια φυσιολογική διαδικασία (Dey et al, 2004). Αρχικά, το γονιμοποιημένο \nωάριο, που ονομάζεται έμβρυο, υφίσταται αρκετές μιτωτικές  κυτταρικές διαιρέσεις, \nσχηματίζοντας τελικά έναν διαφοροποιημένο ιστό που ονομάζεται βλαστοκύστη, το οποίο στην \nσυνέχεια έρχεται σε άμεση επαφή με το επιθήλιο και τα στρωματικά κύτταρα στην κοιλότητα \n\n10 \n \nτης μήτρας , ενώ η ενέργεια αυτή ονομάζεται εμφύτευση. Γ ια καλύτερη εμφύτευση του \nεμβρύου, τα στρωματικά κύτταρα του ενδομητρίου ( ESCs) αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται \nκαι να διαφοροποιούνται σε αποκετονωμένα στρωματικά κύτταρα ( DSCs) και η διαδικασία \nαυτή ονομάζεται αποκέντρωση ( Sang et al, 2019). Η αποκέντρωση συμβαίνει κατά την \nδιάρκεια κάθε εμμηνορροϊκού κύκλου. Εάν δεν εμφυτευθεί έμβρυο, η αποκέντρωση του \nενδομητρίου δεν μπορεί να διατηρηθεί, λόγω της μείωσης των επιπέδων προγεστερόνης και \nοιστραδιόλης, οι οποίες είναι καθοριστικές ορμόνες της εγκυμοσύνης. Ως αποτέλεσμα, το \nενδομήτριο αποσυντίθεται στην κοιλότητα της μήτρας και αποβάλλεται από τον κόλπο με αίμα \nεμμήνου ρήσεως. \n1.2.1 Αλλαγές κατά την εγκυμοσύνη \nΣτην εγκυμοσύνη, σ υμβαίνουν διάφορες φυσιολογικές και ανατομικές αλλαγές ώστε να \nμπορέσει το σώμα να αναθρέψει το αναπτυσσόμενο έμβρυο και να προετοιμάσει την μητέρα \nγια τον τοκετό (Soma-Pillay et al, 2016). Αρχικά, αυξάνεται ο όγκος πλάσματος, ενώ ο αριθμός \nτων αιμοπεταλίων τείνει να μειώνεται. Η εγκυμοσύνη προκαλεί διπλάσια αύξηση στις ανάγκες \nτης γυναίκας σε σίδηρο για την σύνθεση της αιμοσφαιρίνης, αλλά και στο έμβρυο και στην \nπαραγωγή ορισμένων ενζύμων. Εμφανίζονται αλλαγές στο πεπτικό σύστημα, καθώς \nπαρατηρείται συχνά  ναυτία και έμετος, όπου παρουσιάζεται συσχέτιση με τις θυρε οεϊδικές \nορμόνες και με τον τόνο του οισοφαγικού σφιγκτήρα που είναι μειωμένος. Στις περισσότερες \nπεριπτώσεις, για την μείωση των συμπτωμάτων αυτών χρειάζεται μόνο μια μικρή διατροφική \nτροποποίηση και ο έλεγχος  της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών. Παρατηρ ούνται, επίσης, \nαλλαγές στα επίπεδα οιστρογόνων και προγεστερόνης που επηρεάζουν δομικά τον \nγαστρεντερικό σωλήνα και διάφορες μεταβολικές αλλαγές, όπως α ύξησης των επίπεδων της \nολικής χοληστερόλης και τ ων τριγλυκεριδίων ορού (Fletcher et al, 2022) . Αυτό συμβαίνει, \nλόγω της αυξημένης σύνθεσης από το ήπαρ και παράλληλα μειωμένης δραστηριότητας της \nλιποπρωτεϊνικής λιπάσης, με αποτέλεσμα τον μειωμένο καταβολισμό του λιπώδους ιστού. Τα \nαυξημένα επίπεδα και οι αλλαγές στον μεταβολισμό των λιπιδίων ικανοποιούν τις ανάγκες του \nαναπτυσσόμενου εμβρύου, ενώ η αύξηση των LDL χοληστερόλης βαίνει σημαντική για την \nστεροειδογένεση του πλακούντα, η οποία αποτελεί την δημιουργία στεροειδών ορμονών, των \nοιστρογόνων και της προγεστερόνης. Κύρια πρόδρομη ουσία για την διαδικασία αυτή αποτελεί \nη χοληστερόλη.  \n1.2.2 Διατροφή κατά την εγκυμοσύνη \nΠέρα από τις προαναφερθείσες αλλαγές, παρουσιάζονται και ορισμένες διατροφικές αλλαγές \nγια την καλύτερη υγεία του εμβρύου. Αρχικά, συν ίσταται επαρκής πρόσληψη ενέργειας και \n\n11 \n \nπρωτεϊνών, συμπληρωματική χορήγηση σιδήρου, φυλλικού οξέος και κυρίως στο τρίτο τρίμηνο \nτου ασβεστίου, το περισσότερο μέρος του οποίου μεταφέρεται στο έμβρυο μέσω της αυξημένης \nδιατροφικής απορρόφησης από την μητέρα. Η επαρκής πρόσληψη πρωτεϊνών είναι σημαντική, \nκαθώς τα αμινοξέα μεταφέρονται ενεργά μέσω του πλακούντα για να ικανοποιήσουν τις \nανάγκες του αναπτυσσόμενου εμβρύου ( Soma-Pillay et al., 2016). Εξίσου απαραίτητα είναι \nόλα τα υπόλοιπα μικροθρεπτικά συστατικά, καθώς η επαρκής πρόσληψή τους μειώνει την \nπιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων στην ανάπτυξη του εμβρύου κατά την διάρκεια τη ς \nεγκυμοσύνης και αποτρέπει τις μεταγενέστερες αλλοιώσεις στη ζωή του παιδιού (Ballestin et \nal, 2021). Το λίπος και οι υδατάνθρακες είναι απαραίτητα στη διατροφή. Το λίπος είναι \nσημαντικό για την σύνθεση των λιπαρών οξέων, ενώ δίνεται έμφαση και στη βελτίωση της \nαναλογίας των πολυακόρεστων λιπών, καθώς τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα είναι ευεργετικά για την \nανάπτυξη του εγκεφάλου και τη σωστή λειτουργία του αμφιβληστροειδούς. Το είδος των \nυδατανθράκων που καταναλώνει μια εγκυμονούσα γυναίκα πρέπει να είναι ισορροπημένο, \nχωρίς να υπάρχει  αυξημένη κατανάλωση ούτε μειωμένη σε σχέση με τα υπόλοιπα \nμακροθρεπτικά συστατικά. Από την άλλη, πρέπει να αποφεύγεται  η πρόσληψη της καφεΐνης, \nτου αλκοόλ και του καπνίσματος  στη διάρκεια της κύησης (Danielewicz et al, 2017). Τέλος, \nτονίζεται η αποφυγή υιοθέτησης μιας ειδικής περιοριστική διατροφής κατά την διάρκεια της \nεγκυμοσύνης, λόγω της πιθανότητας εμφάνισης ελλείψεων σε μικροθρεπτικά συστατικά ή \nακόμα και ανεπαρκούς προσλαμβανόμενης ενέργειας. \n1.2.3 Δυσλειτουργίες κατά την εγκυμοσύνη \nΚατά την εγκυμοσύνη μπορεί να παρατηρηθούν μη φυσιολογικές λειτουργίες ορισμένων \nμεταβολικών διεργασιών (Zhu et al, 2013). Πιο συγκεκριμένα , η αποβολή φαίνεται να \nσχετίζεται με τον μη φυσιολογικό μεταβολισμό της γλυκόζης, που αποτελεί άμεσο παραγωγό \nενέργειας κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πέρα όμως από τον μεταβολισμό της γλυκόζης, \nστην αποβολή σημαντικό ρόλο παρουσιάζει και ο μη φυσιολογικός μεταβολισμός των λιπιδίων, \nκαθώς τα PUFA, ειδικά τα ωμέγα -6 λιπαρά οξέα συμβάλλουν στην ευθραυστότητα της \nυπεροξείδωσης των λιπιδίων και στις προφλεγμονώδεις επιδράσεις των προϊόντων \nυπεροξείδωσης, τα οποία αυξάνουν το οξειδωτικό στρες, αλλάζουν τον μεταβολισμό των \nλιπιδίων και κλονίζουν τις ορμόνες. Επιπλέον, ο μη φυσιολογικός μεταβολισμός αμινοξέων \nμπορεί να προκαλέσει αυτοφαγία που οδηγεί σε μείωση των λειτουργιών του εσωτερικού \nπεριβάλλοντος του σώματος της εγκύου. Έχει βρεθεί ότι οι αποβολές σχετίζονται με μια \nπαραλλαγή ενός συγκεκριμένου γονιδίου που ονομάζεται συνθάση νιτρικού οξειδίου 3 \n(NOS3). Οι ετερόζυγοι φορείς του πολυμορφισμού NOS3 φέρουν αυξημένο κίνδυνο για \n\n12 \n \nπολλαπλές αποβολές, που μπορεί να οφείλεται σε μειωμένα επίπεδα μονοξε ιδίου του αζώτου \n(NO) και προκαλεί αγγειοσυστολή, με αποτέλεσμα την αύξηση του κινδύνου διαταραχής της \nαιμάτωσης του πλακούντα. Η δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος βρέθηκε ότι \nείναι και αυτή μια αιτία αυτόματης αποβολής.  \n1.2.4 Έγκυες με αναπαραγωγικές διαταραχές \nΣυχνά εμφανίζεται το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (Polycystic Ovary Syndrome - PCOS), το \nοποίο χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα ανδρογόνων ορμονών και δυσλειτουργία των ωοθηκών \n(Vannuccini et al, 2016). Οι περισσότερες γυναίκες που πάσχουν από PCOS έχουν υπερβάλλον βάρος \nή παχυσαρκία και παρουσιάζουν μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη, το οποίο έχει αρνητικό \nαντίκτυπο στη γονιμότητα και στην έκβαση της εγκυμοσύνης. Τα ινομυώματα, που είναι οι πιο συχνοί \nκαλοήθεις όγκοι της γυναικείας αναπαραγωγικής οδού , σχετίζονται με επιπλοκές κατά τη διάρκεια \nκαι μετά τον τοκετό, περιορισμό εμβρυϊκής ανάπτυξης και αποκόλληση πλακούντα  (Terzic et al, \n2021). Ως πιο βασική διαταραχή θεωρείται η ενδομητρίωση, η οποία είναι μια καλοήθης χρόνια \nφλεγμονώδης διαταραχή που εξαρτάται από τα οιστρογόνα του ενδομητρίου και χαρακτηρίζεται από \nτην παρουσία λειτουργικά ενεργού ενδομητρικού ιστού, στρώματος και αδένων έξω από την \nκοιλότητα της μήτρας. Επίσ ης, συνδέεται με επίμονα επεισόδια ωορρηξίας και εμμήνου ρύσεως \n(Bulun et al., 2019). Τέλος, μια ακόμη διαταραχή αποτελεί η προεκλαμψία, η οποία σχετίζεται με \nαυξημένη αρτηριακή πίεση και πρωτεϊνοουρία που εμφανίζεται μετά τις 20 εβδομάδες κύησης και \nπαρουσιάζει ως συμπτώματα πονοκέφαλο, ναυτία, έμετο και πόνο στην άνω κοιλιακή χώρα  (Dey et \nal., 2004). \n \n1.3. Η επίδραση της Ενδομητρίωσης στη Γονιμότητα \nΠαρά την πλέον κλινικά αναγνωρίσιμη σχέση μεταξύ της ενδομητρίωσης και της υπογονιμότητας, \nοι μηχανισμοί π ου εμπλέκονται στην εμφάνιση αυτού του φαινομένου δεν γίνονται εύκολα \nκατανοητοί (Bonavina & Taylor, 2022). Η ενδομητρίωση αποτελεί μια πολυπαραγοντική και \nσυστηματική νόσο με κύριο σύμπτωμα τον πόνο και άμεσες επιπτώσεις στην γονιμότητα. Μέσα από \nκλινικούς ελέγχους, παρατηρείται μια ετερογένεια στον πληθυσμό γυναικών που πάσχουν από \nενδομητρίωση και υπογονιμότητα, παρουσιάζοντας παράλληλα ένα πλήθος από διαφορετικούς \nφαινοτύπους. Για το λόγο αυτό, είναι δύσκολο να καθοριστεί ένα συγκεκριμένο εργαλείο διάγνωσης \nενός μόνο μηχανισμού, όπου η ενδομητρίωση επηρεάζει την γονιμότητα. \nΗ ενδομητρίωση συναντάται συχνά σε γυναίκες κοντά στην αναπαραγωγική ηλικία (Tanbo & \nFedorcsak, 2017). Ένα ποσοστό σχεδόν 10% γυναικών σε αυτή την ηλικία φαίνεται να \n\n13 \n \nπαρουσιάζουν την νόσο, με περίπου το ένα τρίτο αυτών να εμφανίζει παράλληλα \nυπογονιμότητα. Σε γυναίκες ηλικίας <35 ετών αποτελεί διπλάσιο αριθμό από αυτές που δεν \nπαρουσιάζουν ενδομητρίωση. Μέχρι και 50% των γυναικών με υπογονιμότητα, πάσχουν από \nενδομητρίωση. \nΕπιπλέον, φαίνεται να υπάρχει άμεση συσχέτιση μεταξύ της έκτασης της νόσου και του βαθμού \nυπογονιμότητας που παρουσιάζεται (Olive et al, 1985). Ένα ποσοστό 50% γυναικών με ήπια \nενδομητρίωση, παρουσιάζουν δυνατότητα σύλληψης χωρίς να χρειαστεί να υποστούν κάποιου \nείδους θεραπεία. Σε αυτές ωστόσο που εμφανίζουν μέτρια έκταση της νόσου δύναται \nπιθανότητα 25% σύλληψης χωρίς κάποια θεραπεία και ελάχιστες τυχαίες περιπτώσεις σε  \nπερίπτωση ένδειξης σοβαρής νόσου. Καθώς τα ποσοστά πιθανότητας σύλληψης που \nπαρουσιάζονται στην ήπια μορφή ενδομητρίωσης σχετίζονται άμεσα με αυτά της ανεξήγητης \nυπογονιμότητας, μπορεί η νόσος στην ήπια μορφή της να εμφανίζει ελάχιστη επίδραση στην \nγονιμότητα σε έκταση ενός χρόνου.  \nΥπάρχουν αρκετοί μηχανισμοί της νόσου που φαίνεται να επηρεάζουν την υπογονιμότητα \n(Leyendecker et al, 1996). Σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, εξετάζεται η παραμόρφωση της \nπυέλου και παράλληλης μείωσης της γονιμότητας μέσω διάφορων μηχανικών διαταραχών \nόπως των πυελικών συμφύσεων. Οι διαταραχές αυτές, επηρεάζουν την απελευθέρωση ή και τη \nσυλλογή ωαρίων, μεταβάλλουν την κινητικότητα του σπέρματος, οδηγούν σε διαταραγμένες \nσυσπάσεις του ενδομητρίου ενώ παράλληλα βλάπτουν τη μεταφορά και γονιμοποίηση του \nεμβρύου. Όπως επίσης προαναφέρθηκε, οι γυναίκες με υπογονιμότητα, παρουσιά ζουν \nπροχωρημένα στάδια αυτής της νόσου. Ωστόσο, υπάρχουν ακόμα πολλοί μηχανισμοί που \nμελετώνται για την επιρροή τους στη γονιμότητα. Οι φλεγμονώδεις κυτοκίνες, οι αυξητικοί και \nαγγειογενετικοί παράγοντες και διάφορα γονίδια που εκφράζονται με ανώμαλο τρόπ ο \nσυνεχίζουν να διερευνώνται ως πιθανοί αιτιολογικοί παράγοντες της υπογονιμότητας. \nΕπιπρόσθετα, έχουν προταθεί ποικίλες μορφές θεραπείας της υπογονιμότητας και βοήθεια στην \nσύλληψη (Filip et al, 2020). Βάσει των σύγχρονων δεδομένων, αυτή βασίζεται στην αφαίρεση \nή και μείωση των έκτοπων ενδομητριακών εμφυτευμάτων και παράλληλα στην αποκατάσταση \nτης αρχικά φυσιολογικής ανατομικά μορφής της πυέλου με τεχνολογικά, ιατρικά ή και \nχειρουργικά μέσα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Η ιατρική προσέγγιση έχει ως στόχο την \nλειτουργία των ωοθηκών, εμποδίζοντάς την με ένα πλήθος φαρμάκων όπως αγωνιστές της \nορμόνης απελευθέρωσης γοναδοτροπίνης και κάποια από του στόματος αντισυλληπτικά. Οι \nτεχνολογίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής αξιοποιούνται σε περίπτωση που οι ιατρικές και \nχειρουργικές μέθοδοι δεν επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Πιο συγκεκριμένα, σε \n\n14 \n \nπερίπτωση διαταραχής της λειτουργίας των σαλπίγγων, ανώμαλης περιτοναϊκής ανατομίας ή \nαποτυχία άλλων μεθόδων θερα πείας, η εξωσωματική γονιμοποίηση βαίνει η ιδανική λύση. \nΆλλες θεραπείες που έχουν επίσης προταθεί, όπως η χρήση αντιοξειδωτικών μορίων ή \nβλαστοκυττάρων απαιτούν περαιτέρω έρευνα, ώστε να αποδειχθεί η θεραπευτική τους δράση \nέναντι της νόσου. \n \n1.4 Ενδομητρίωση και δυσμενείς επιδράσεις στην εγκυμοσύνη \nΈχει βρεθεί ότι οι γυναίκες με ενδομητρίωση έχουν υψηλότερα επίπεδα φλεγμονής στην \nπεριτοναϊκή κοιλότητα, μεγαλύτερες πιθανότητες εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη κύησης, \nυπερτασικών διαταραχών της εγκυμοσύνης, πρό ωρου τοκετού και χαμηλότερου βάρους \nγέννησης για το έμβρυο (Farland et al, 2019). Επιπρόσθετα, μπορεί να μειώσει την γονιμότητα \nμέσω πολλαπλών οδών, όπως της περιτοναϊκής φλεγμονής και των ενδοκρινικών διαταραχών, \nοι οποίες παρεμβαίνουν στη λειτουργία των ωοθηκών και τελικά μειώνουν την ικανότητα των \nωαρίων (Tanbo & Fedorcsak, 2017). Γυναίκες με ενδομητρίωση έχουν μεγαλύτερη αποτυχία \nεμφύτευσης, αντίστασης στην προγεστερόνη και ανωμαλίες της συσταλτικότητας της μήτρας \nμε αποτέλεσμα τον αυξημένο κίνδυνο αποβολής (Schliep et al, 2022). \nΟρισμένες από τις φυσιολογικές και παθολογικές διεργασίες που σχετίζονται με την \nενδομητρίωση, όπως η φλεγμονή και η δραστηριότητα των οιστρογόνων μπορούν να \nεπηρεαστούν από τη διατροφή (Ciebiera et al, 2021). Πιο συγκεκριμένα, τρόφιμα πλούσια σε \nωμέγα-6 λιπαρά οξέα σχετίζονται με υψηλότερα επίπεδα οιστραδιόλης, η οποία αποτελεί ένα \nορμονικό οιστρογόνο  και την κύρια φυλετική ορμόνη του γυναικείου . Τα υψηλά επίπεδα \nοιστραδιόλης, μπορεί να έχουν σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση φλεγμονή ς και ανάπτυξης της \nενδομητρίωσης. \nΕπιπλέον, επιπλοκές που σχετίζονται με την ενδομητρίωση κατά την διάρκεια της \nεγκυμοσύνης, είναι η ρήξη του ενδομητριώματος, της σάλπιγγας, της μήτρας και των μήτρα -\nωοθηκικών αγγείων (Maggiore et al, 2016). Για όλες τις επιπλοκές υπάρχουν μηχανισμοί που \nτις εξηγούν. Η χρόνια φλεγμονή που σχετίζεται με την ενδομητρίωση είναι η αιτία της \nπροεκλαμψίας ή του πρόωρου τοκετού. Λόγω του χαρακτηριστικού της ενδομητρίωσης, που \nείναι η αντίσταση στην προγεστερόνη και η προβληματική έκφραση των γονιδίων-στόχων, η \nνέκρωση των ιστών στο ενδομήτριο που βρίσκεται κοντά σε διεσταλμένα μήτρα -ωοθηκικά \nαγγεία, μπορεί να εξηγήσει την δυσλειτουργική ρήξη αυτών των αγγείων.  \n \n\n15 \n \n1.5. Διατροφική Επίδραση στη Γονιμότητα \nΗ διατροφή αλλά και ο τρόπος ζωής αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν σημαντικά τη \nγονιμότητα (Pinelli & Tagliabue, 2007). Ένας αυξημένος αριθμός ερευνών, δείχνουν στην \nύπαρξη ενός άμεσου συνδέσμου μεταξύ της διατροφής και της γυναικείας γονιμότητας. Οι \nπρώτες έρευνες για την συσχέτισ η αυτή, ξεκίνησαν από την δεκαετία του 1970, ωστόσο δεν \nυπήρχε ακριβής εξήγηση μέχρι την ανακάλυψη της λεπτίνης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι \nδιαταραγμένες καταστάσεις της διατροφής σχετίστηκαν με αντίστοιχα διαταραγμένα επίπεδα \nλεπτίνης. Η δράση της λεπ τίνης στον οργανισμό φάνηκε να επηρεάζει άμεσα τις διατροφικές \nσυνήθειες και αυτές με τη σειρά τους τη γονιμότητα. \nΠιο συγκεκριμένα, μια δίαιτα πλούσια σε trans λιπαρά, επεξεργασμένους υδατάνθρακες και \nπρόσθετα σάκχαρα, ευρέως γνωστή και ως δίαιτα δυτικού τύπου, μπορεί να επηρεάσει \nαρνητικά τη γονιμότητα (Skoracka et al , 2021). Η διατροφή αυτή χαρακτηρίζεται από την \nπρόσληψη μονοακόρεστων λιπαρών, κόκκινου κρέατος, χαμηλή πρόσληψη φρέσκων φρούτων \nκαι λαχανικών, χαμηλών σε λίπος πουλερικών και θαλασσινών. Περιλαμβάνει κυρίως τρόφιμα \nμε υψηλά επίπεδα λίπους, υψηλό γλυκαιμικό δείκτη και χαμηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνες \nκαι διαιτητικές ίνες.  Η υψηλή, επομένως, πρόσληψη πρόχειρου φαγητού και χαμηλή \nκατανάλωση φρούτων οδηγεί σε μειωμένη γονιμότητα και μεγαλύτερα  διαστήματα \nπροσπάθειας για σύλληψη. \nΑντίθετα, μια διατροφή βασισμένη στο μεσογειακό πρότυπο, φαίνεται να επηρεάζει θετικά τη \nγονιμότητα (Carlos et al, 2018). Περαιτέρω, η Μεσογειακή Διατροφή επηρεάζει θετικά την \nψυχική και σωματική υγεία του ατόμου, τα οποία συμβάλλουν επίσης στη γονιμότητα. Η \nδιατροφή αυτή, έχει συσχετιστεί με θετικές διαφορές στην αντίσταση στην ινσουλίνη, \nδιαταραχές του μεταβολισμού, καθώς και τον κίνδυνο της παχυσαρκίας τα οποία \nδιαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη γονιμότητα. Η Με σογειακή Διατροφή \nχαρακτηρίζεται από υψηλή πρόσληψη φρούτων και λαχανικών, ελαιόλαδου, μη \nεπεξεργασμένων υδατανθράκων, γαλακτοκομικά και πουλερικά χαμηλά σε λιπαρά, θαλασσινά \nκαι ψάρια, καθώς και κατανάλωση κόκκινου κρασιού με μέτρο. Επιτρέπεται, επίσης, η  \nκατανάλωση κόκκινου κρέατος και ζάχαρης σε μικρές ποσότητες και συχνότητες. \nΓενικότερα, έχει βρεθεί ότι περιοριστικές δίαιτες, είτε αυτές αφορούν χαμηλή πρόσληψη \nπρωτεϊνών είτε σημαντικά αυξημένη, μπορούν να αναστατώσουν τη φυσιολογική \nαναπαραγωγική λειτο υργία και ως αποτέλεσμα να επηρεάσουν αρνητικά την γονιμότητα \n(Lakoma et al, 2023). \n\n16 \n \nΌσον αφορά τα διατροφικά συμπληρώματα και την επιρροή τους στη γονιμότητα υπάρχουν \nακόμα πολλά αναπάντητα ερωτήματα (Harding et al, 2017). Είναι πλέον δεδομένο ότι γυναίκες \nκοντά σε αναπαραγωγική ηλικία, οφείλουν να καταναλώνουν συμπληρώματα φυλλικού οξέος, \nόπως και βιταμίνης D και ιωδίου, καθώς συχνά παρατηρούνται ελλείψεις των μικροθρεπτικών \nαυτών συστατικών στο αίμα. Πιο συγκεκριμένα, πρόσληψη φυλλικού οξέος σε δόση \nυψηλότερη από αυτή που προτείνεται για την αποφυγή εκ γενετής παραμορφώσεων σε \nσυνδυασμό με βιταμίνη Β-12, μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητες σύλληψης και σε πιο σύντομο \nχρονικό διάστημα. Η δράση του φυλλικού οξέος και της βιταμίνης Β -12 στην γονιμότητα, \nπιθανότατα σχετίζεται με τον μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης.  \nΗ βιταμίνη D φαίνεται να συμμετέχει στη ρύθμιση του γυναίκειου αναπαραγωγικού \nσυστήματος (Anagnostis et al, 2013). Υποδοχείς της βιταμίνης D έχουν βρεθεί σε διάφορους \nιστούς των αναπαραγωγικών οργάνων, όπως στις ωοθήκες, το ενδομήτριο, τον πλακούντα, την \nυπόφυση και τον υποθάλαμο. Αντίθετα, ωστόσο, μια έρευνα απέδειξε ότι η συγκέντρωση \nβιταμίνης D στον ορό, σχετίζεται άμεσα με την ενδομητρίωση και παράλληλα επηρεάζει τις \nτεχνικές γονιμοποίησης με τεχνολογ ικά μέσα. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίστηκε πιθανή \nσυσχέτιση μεταξύ πολυμορφισμών του υποδοχέα της βιταμίνης D (VDR, Vitamin D Receptor) \nκαι παθογένεια της ενδομητρίωσης. \nΟι θεραπευτικές στρατηγικές δε διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από αυτές του σποραδικού \nκαρκίνου του ενδομητρίου, καθώς περιλαμβάνουν τη χειρουργική επέμβαση, χημειοθεραπεία, \nακτινοθεραπεία και ορμονοθεραπεία (Skoracka et al, 2021). Τα τελευταία χρόνια, λόγω της \nπεραιτέρω κατανόησης της ασθένειας και την εύρεση νέων δεδομένων, έχει έρθει στο \nεπίκεντρο και μελέτη των αναστολέων των σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος. \nΤέλος, είναι σημαντική η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας κατά του \nΣυνδρόμου του Lynch να πραγματοποιηθεί ξεχωριστά, βάσει των μοναδικών ανοσογονικών \nφαινοτύπων του στο μέλλον. \n \n2. Καρκίνος του Ενδομητρίου \n2.1 Καρκίνος ενδομητρίου \nΟ καρκίνος του ενδομητρίου είναι ο πιο κοινός τύπος καρκίνου που εμφανίζουν οι γυναίκες \nστην σύγχρονη εποχή (Terzic et al, 2021) (Dunneram et al, 2019). Είναι μια κακοήθης νόσος \nτου εσωτερικού στρώματος της μήτρας, που προκύπτει είτε λόγω περίσσειας οιστρογόνων είτε \n\n17 \n \nλόγω έλλειψης προγεστερόνης.  Οι περισσότεροι καρκίνοι του ενδομητρίου, είναι \nαδενοκαρκινώματα, καθώς ο καρκίνος προέρχεται από τα αδενικά κύ τταρα του ενδομητρίου. \nΟ καρκίνος του ενδομητρίου μπορεί να χωριστεί σε δύο τύπους. Ο πρώτος ονομάζεται \nενδομητριοειδής, καθώς είναι ευαίσθητος στα ενδομητροειδή και στα οιστρογόνα , μπορεί να \nοδηγήσει σε υπερπλασία του ενδομητρίου και έχει ευνοϊκή πρόγνωση (Buchanan et al, 2009). \nΑπό την άλλη, ο δεύτερος είναι ανεξάρτητος από τα οιστρογόνα, οι όγκοι εκδηλώνονται σε \nπροχωρημένο στάδιο και έχουν πιο δύσκολη και κακή πρόγνωση (Ye et al, 2022). Το πιο συχνό \nσύμπτωμα του καρκίνου είναι η μη φυσιολογική αιμορραγία της μήτρας. Μπορούν ωστόσο, να \nεμφανιστούν αυξημένες κολπικές εκκρίσεις , ενώ οι γυναίκες σε προχωρημένο στάδιο \nπαρουσιάζουν πυελικό πόνο, κοιλιακή διάταση, πρώιμο κορεσμό, αλλαγές στην λειτουργία του \nεντέρου και πόνο κατά την σεξουαλική επαφή. Η ενδομητρίωση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο \nτου καρκίνου τύπου ένα, ενώ δεν υπάρχει κάποια συσχέτιση με αυτόν του τύπο δύο.  \nΌσον αφορά τους γενετικούς παράγοντες για τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του \nενδομητρίου, οι περισσότερες περιπτώσεις τέτοιου είδους καρκίνου οφείλονται στο σύνδρομο \nτου Lynch (Makker et al , 2021). Το σύνδρομο Lynch είναι ένα αυτοσωμικό επικρατές \nσύνδρομο προδιάθεσης για καρκίνο. Όσοι εμφανίζουν το σύνδρομο αυτό,  κληρονομούν την \nμετάλλαξη ενός από τα γονίδια της σειράς MMR: MLH1, MSH2,MSH6 ή PMS2. Η απώλεια \nτης λειτουργίας MMR, που αναφέρεται ως ανεπάρκεια MMR, οδηγεί σε υπερμεταλλαγμένο \nφαινότυπο και σε αυξημένη ευαισθησία στον καρκίνο (Ryan et al, 2019).  \nΕπιπλέον, από μετα -αναλύσεις βρέθηκε ότι υπάρχουν παράγοντες ανεξάρτητοι της γενετικής \nπου μπορεί να συμβάλλουν στην εμφάνιση του καρκίνου του ενδομητρίου (Raglan et al, 2018). \nΟ δείκτης μάζας σώματος και η αναλογία μέσης/ισχίου σχετίστηκαν θετικά με τον καρκίνο στις \nπροεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αλλά και με άλλους παράγοντες, όπως ο  σακχαρώδης \nδιαβήτης. Σε σχέση με τον δείκτη μάζα σώματος βρέθηκε ότι ο αυξημένος δείκτης και όχι η \nαναλογία μέσης/ισχίου σχετίζεται αιτιολογικά με τον κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου. Ο \nλόγος που σχετίζεται η παχυσαρκία με τον καρκίνο του ενδομητρίου έχει να κάνει με τα υψηλά \nεπίπεδα οιστρογόνων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, την υπερινσουλιναιμία και την χρόνια \nφλεγμονώδη κατάσταση. Επίσης, πέρα από τους παραπάνω παράγοντες, έχει βρεθεί επιρροή \nτου μικροβιώματος της μήτρας στην καρκινογένεση ενεργοποιών τας την έκκριση \nπροφλεγμονώδους κυτοκίνης, η οποία αποτελείται από πολλά πεπτίδια που χρησιμοποιούνται \nαπό τα κύτταρα του ανοσοποιητικού, ώστε να επικοινωνούν μεταξύ τους και με το περιβάλλον \nτους (Makker et al, 2021). Ακόμα, μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδα  των ορμονών του φύλου \n\n18 \n \nστον ορό (Conlon et al, 2019). Τέλος, το υψηλό κολπικό pH συσχετίστηκε σημαντικά με την \nεμφάνιση καρκίνου ενδομητρίωσης (Walther-Antonio et al, 2016). \n \n2.2 Καρκίνος ενδομητρίου και διατροφή \nΗ διατροφή παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση και στην εξέλιξη του καρκίνου του \nενδομητρίου (Mulholland et al , 2008) . Αρχικά, όπως έχει αναφερθεί και παραπάνω, το \nυπερβάλλον σωματικό βάρος και ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος έχουν κρίσιμη σημασία \nστην αιτία της νόσου. Ως παράγοντας που συμβάλλ ει αρνητικά στον καρκίνο, είναι η \nμακροχρόνια κατανάλωση δίαιτας υψηλού γλυκαιμικού δείκτη ή γλυκαιμικού φορτίου, που \nμπορεί να οδηγήσει σε χρόνια υπερινσουλιναιμία και η οποία μειώνει τις συγκεντρώσεις της \nπρωτεΐνης που δεσμεύει τον αυξητικό παράγοντα που  μοιάζει με ινσουλίνη (IGFBP), με \nαποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων του αυξητικού παράγοντα-1 (IGF-1). Υπάρχουν θετικές \nσυσχετίσεις μεταξύ δίαιτας υψηλής περιεκτικότητας σε γλυκαιμικό φορτίο και του κινδύνου \nτου καρκίνου ενδομητρίου, ενώ ελάχιστα στοιχεία  για συσχέτιση με διατροφή υψηλής \nπρόσληψης γλυκαιμικού δείκτη. Σημαντικό για την πρόληψη της νόσου, είναι οι γυναίκες να \nέχουν ένα πρότυπο διατροφής με υψηλή περιεκτικότητα σε λαχανικά, φρούτα και δημητριακά \nολικής άλεσης και τον περιορισμό του αλκοόλ σε ένα ποτό ή λιγότερο την ημέρα (Beavis et al, \n2016). Επομένως, με βάση τα παραπάνω, μια μεσογειακή διατροφή θα είχε ευεργετικές \nεπιδράσεις στον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, καθώς έχει βρεθεί ότι το 10% των περιστατικών \nκαρκίνου του ενδομητρίου θα μπορούσαν ν α αποτραπούν με το μεσογειακό διατροφικό \nπρότυπο (Filomeno et al, 2015). Επιπλέον, βρέθηκε θετική συσχέτιση μεταξύ του καπνίσματος \nκαι της μείωσης της εμφάνισης καρκίνου ενδομητρίου, μέσω της επίδρασης των  αντι-\nοιστρογόνων. Όμως, λόγω των αρνητικών συνεπειών που έχει το κάπνισμα δεν συνιστάται για \nτην πρόληψη του καρκίνου.  \nΌσον αφορά, τα τρόφιμα, από τρεις μελέτες κοορτής και δεκαέξι μελέτες περιπτώσεων \nελέγχου, αναφέρεται πως η αυξημένη κατανάλωση κρέατος, κυρί ως κόκκινου, έχει αυξημένο \nκίνδυνο εμφάνισης καρκίνου ενδομητρίου (Bandera et al, 2007). Δηλαδή, οι γυναίκες με την \nυψηλότερη κατανάλωση κρέατος ή κόκκινου κρέατος είχαν περίπου 39% και 48%, αντίστοιχα, \nυψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου σε σχέση με τις γυναίκες με χαμηλή κατανάλωση \nκρέατος. Αντίθετα, βρέθηκε ότι η σόγια έχει 19% πιθανότητα μείωσης του κίνδυνου καρκίνου \nενδομητρίου (Zhang et al, 2015). Αυτό συμβαίνει, διότι η σόγια περιέχει φυτο-οιστρογόνα που \nείναι μη στεροειδείς ενώσεις φυτικής προέλευσ ης και έχουν ευεργετική επίδραση στους \nορμονοεξαρτώμενους καρκίνους.  \n\n19 \n \nΗ πρόσληψη λίπους έχει βρεθεί ότι επηρεάζει τους δύο κύριους παράγοντες κίνδυνου του \nκαρκίνου, δηλαδή την παχυσαρκία και τα οιστρογόνα (Bandera et al , 2007). Σε μελέτες \nελέγχου, βρέθηκε 24% αυξημένο κίνδυνο ανά 10% kcal από το συνολικό λίπος και 29% \nαυξημένο κίνδυνο ανά 10 gr/1000 kcal πρόσληψης κορεσμένων λιπαρών οξέων. Ακόμα, τα \nαποτελέσματα μιας μετα -ανάλυσης 14 επιδημιολογικών μελετών έδειξαν ότι δεν υπήρχε \nστατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ της πρόσληψης κορεσμένων λιπαρών οξέων και του \nκινδύνου καρκίνου του ενδομητρίου (Wu et al, 2015).  \nΕπιπρόσθετα, η δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά προκαλεί υπερβολική έκθεση του \nοργανισμού σε οιστρογόνα είτε εξωγενή, είτε ενδογενή και έχει ως αποτέλεσμα τον αυξημένο \nπολλαπλασιασμό των ενδομητριακών κυττάρων (Dunneram et al , 2019). Τα κύτταρα που \nπολλαπλασιάζονται με γρήγορο ρυθμό, είναι πιο ευαίσθητα να υποστούν σφάλματα κατά την \nαντιγραφή του DNA και τα μεταλλαγμένα κύτταρα μπορούν να με τατραπούν σε κακοήθη, \nσυνήθως σε αδενοκαρκινώματα. Τα μικροθρεπτικά συστατικά και οι βιταμίνες, όπως Β6, Β12, \nφυλλικό οξύ είναι απαραίτητα για τους φυσιολογικούς μηχανισμούς επιδιόρθωσης του DNA \nκαι την σωστή αντιγραφή του DΝΑ.  \nΗ μειωμένη απορρόφηση και επαναρρόφηση στερολών στην διατροφή μπορούν να αλλάξουν \nτην ρύθμιση και τον μεταβολισμό των οιστρογόνων (Yasin et al , 2021). Η βιταμίνη C έχει \nευεργετική δράση στην πρόληψη του καρκίνου, καθώς διεγείρει την λειτουργία του \nανοσοποιητικού συστήματος και εμποδίζει την μεταβολική ενεργοποίηση των καρκινογόνων. \nΕπίσης, η αυξημένη πρόσληψη βιταμ ινών Α και Ε σχετίζονται με χαμηλότερο κίνδυνο \nεμφάνισης καρκίνου ενδομητρίου. Όμως, πρόσφατες προοπτικές μελέτες ανέφεραν ότι δεν \nυπάρχει κάποια συσχέτιση μεταξύ των βιταμ ινών A, C, Ε και του κινδύνου εμφάνισης \nκαρκίνου. Από πειραματικές μελέτες βρέθηκε ότι η πρόσληψη βιταμίνης D μπορούσε να \nμειώσει τον καρκίνο του ενδομητρίου που προκαλείται από την παχυσαρκία, ενώ τρεις μελέτες \nελέγχου δεν βρήκαν θετικά στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα στην πρόσληψη βιταμίνης D \nκαι στην πρόληψη εμφάνιση καρκίνου ενδομητρίου (McCullough et al, 2009). Τέλος, η τακτική \nσωματική δραστηριότητα είναι σημαντική όχι μόνο για την καρδιαγγειακή υγεία αλλά και για \nτην πρόληψη του καρκίνου, καθώς η μ ειωμένη άσκηση οδηγεί σε αλλαγή στη μάζα του \nσώματος και σε αύξηση του σπλαγχνικού λίπους (Yasin et al, 2021). Η αύξηση αυτή προκαλεί \nμεγαλύτερη σύνθεση των οιστρογόνων στον λιπώδη ιστό , τα οποία έχουν την δυνατότητα να \nδιεγείρουν κύτταρα στην μήτρα. \n \n\n20 \n \n2.3. Σύνδρομο του Lynch \nΩς σύνδρομο του Lynch χαρακτηρίζεται η κληρονομική προδιάθεση για πολλούς όγκους, \nβασικότερος από τους οποίους είναι ο καρκίνος του ενδομητρίου στις γυναίκες (Maratt & \nStoffel, 2022). Αποτελεί ένα αυτοσωμικό επικρατές κληρονομικό σύ νδρομο καρκίνου που \nοφείλεται σε παθογόνες παραλλαγές της βλαστικής σειράς (PGV) σε οποιοδήποτε από τα 4 \nεπιδιορθωτικά γονίδια ασυμφωνίας DNA (MMR), MLH1, MSH2, MSH6 και PMS2 ή \nδιαγραφές στο EPCAM.  Η μετάλλαξη αυτή, οδηγεί σε αδυναμία έκφρασης της αντίστο ιχης \nπρωτεΐνης και σε αστάθεια του γονιδιώματος στα καρκινικά κύτταρα. Τα άτομα με σύνδρομο \nτου Lynch κληρονομούν ένα μη λειτουργικό αλληλόμορφο  (Meyer et al , 2009) . Μετά από \nεπακόλουθη απώλεια του αντίστοιχου αλληλομόρφου, η επιδιόρθωση του γενετικού DNA είναι \nελαττωματική στον ιστό-στόχο. \nΟ καρκίνος του ενδομητρίου που σχετίζεται με το σύνδρομο του Lynch αποκαλύπτει την \nπροδιάθεσή του στα μισά μέλη της οικογένειας και εμφανίζεται αρχικά σε σχετικά νεαρή ηλικία \n(κάτω των 60 ετών), όπως και σε άτομα με χαμη λό δείκτη μάζας σώματος (Bats et al, 2017). \nΤα παθολογικά χαρακτηριστικά των όγκων μένουν ακόμα να διακριθούν καθαρά, αλλά \nφαίνεται ότι διαχωρίζονται σε δύο τύπους ανάλογα με την ηλικία έκφρασης, με τους \nμεγαλύτερους ασθενείς να έχουν τον χαρακτηριστικό τύπο όγκου, ενώ οι νεότεροι εμφανίζουν \nένα πιο επιθετικό μοτίβο. \nΟ έλεγχος ασθενών με καρκίνο του ενδομητρίου που σχετίζεται με σύνδρομο του Lynch, \nαποτελείται από πολλές κατευθυντήριες γραμμές αλλά και οργανισμούς (Cerretelli et al, 2020). \nΟ έλεγχος των όγκων ξεκινά με την απουσία εμφάνισης επιδιορθωτικών πρωτεϊνών. Οι \nμεταλλάξεις βλαστικής σειράς στο MLH1 και MSH2, αντιστοιχούν σε ποσοστό μεγαλύτερο \nτου 90% των διαγνωσμένων περιπτώσεων συνδρόμου του Lynch (Meyer et al, 2009). Αν και ο \nπροσυμπτωματικός έλεγχος αλλά και το κλινικό ιστορικό βαίνουν βοηθητικά για τον εντοπισμό \nασθενών με Σύνδρομο του Lynch, τελικά η διάγνωση επιβεβαιώνεται από την παρουσία μιας \nπαραλλαγής γονιδίου MMR παθογόνου βλαστικής σειράς που υπόκεινται σε γενετικό έλεγχο \n(Biller et al, 2009). \nΗ παχυσαρκία αποτελεί έναν ευρέως διαδεδομένο λόγο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου, \nενώ είναι γνωστό ότι αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισής του κυρίως σε προεμμηνοπαυσιακές \nγυναίκες με σύνδρομο του Lynch εξαιτίας ενός τοπικού προοιστρογόνου περιβάλλοντος (Zhao \net al, 2022). Το ίδιο ισχύει και για τον διαβήτη τύπου ΙΙ , καθώς επίσης οι διαβητικές γυναίκες \nμε Σύνδρομο του Lynch ήταν πιο επιρρεπείς στο υπερβάλλον βάρος από τις γυναίκες που δεν \nασθενούσαν. Τελικά, ωστόσο, δεν παρουσιάστηκε καμία συσχέτιση μεταξύ του Δείκτη Μάζας \n\n21 \n \nΣώματος και του Καρκίνου του Ενδομητρίου από Νόσο του Lynch. Μάλιστα, ποσοστό \nερευνών παρουσίασε ασθενείς με χαμηλότερο Δείκτη Μάζας Σώματος στην παρούσα νοσούσα \nκατάσταση, απ’ ότι σε ασθενείς με απλό καρκίνο του ενδομητρίου. \n \n2.4. Η επίδραση της διατροφής στο Σύνδρομο του Lynch \nΔεδομένης της ισχυρής συσχέτισης μεταξύ της παχυσαρκίας και του καρκίνου του \nενδομητρίου, οι διατροφικοί παράγοντες μπορεί να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην \nεξέλιξη αυτού του καρκίνου (Wang et al, 2023). Τα επίπεδα πρόσληψης βιταμίνης C φάνηκαν \nνα συνδέονται άμεσα με το ρίσκο για καρκίνο του ενδομητρίου. Επιπλέον, παρατηρήθηκε ότι \nσχετική πρόσληψη υδατανθράκων και απλών σακχάρων μειώνει την εμφάνισή του, ενώ η \nαυξημένη πρόσληψη λίπους δρα αντίθετα. \nΠαρόμοια και σε αυτήν την περίπτωση, η μείωση εμφάνισης του συνδρόμου του Lynch \nσυσχετίζεται με την προσκόλληση σε μια συνετή διατροφή και πιο συγκεκριμένα στα \nχαρακτηριστικά της Μεσογειακής Διατροφής (Demaré et al, 2023). Συστήνεται η αυξημένη \nπρόσληψη σε δημητριακά ολικής άλεσης, τρόφιμα υψηλά σε διαιτητικές ίνες, γαλακτοκομικά \nπροϊόντα και ασβέστιο ενώ παράλληλα μειώνεται η πρόσληψη κόκκινου κρέατος, μειώνοντας \nπαράλληλα το ρίσκο εμφάνισης της νόσου. \n \n3. Ενδομητρίωση και Ορμονική Θεραπεία \n3.1 Ορμονικό υπόβαθρο \nΣτην ενδομητρίωση, οι ορμόνες έχουν καθοριστικό ρόλο  (Saunders & Horne 2021) . \nΣυγκεκριμένα, οι στεροειδείς ορμόνες και οι πυρηνικοί υποδοχείς (NRs) τους έχουν μεγάλη \nσημασία στην ρύθμιση των κυττάρων στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό ενδομήτριο. Στο \nφυσιολογικό ενδομήτριο, η έκφραση των υποδοχέων που συνδέονται με τα οιστρογόνα και τα \nανδρογόνα εξαρτώνται από την φάση του εμμηνορροϊκού κύκλου.  \nΣημαντική στην ανάπτυξη και στην διατήρηση της ενδομητρίωσης, είναι η λειτουργική \nαπορρύθμιση των ωοθηκικών  στεροειδών ορμονών, προγεστερόνης  (P4) και οιστρογόνου \n(E2), μέσω της φλεγμονής που προκαλείται από τα οιστρογόνα και της εμφάνισης αντίστασης \nστην προγεστερόνη  (Marquardt et al , 2019). Στα στρωματικά κύτταρα του ενδομητρίου, η \nπρογεστερόνη ρυθμίζει την παραγωγή και την δράση του ρετινοϊκού οξέος. Τα ρετινοειδή \nεμπλέκονται στην φυσιολογική λειτουργία του ενδομήτριου και στην ανάπτυξη της \n\n22 \n \nενδομητρίωσης. Η αντίσταση στην προγεστερόνη, εκδηλώνεται όταν ο ενδομήτριος ιστός δεν \nέχει την δυνατότητα να ανταποκριθεί σωστά στην έκθεση της προγεστερόνης. Στην \nενδομητρίωση η αντίσταση αυτή, εμφανίζεται με αποτυχημένη ενεργοποίηση του υποδοχέα \nτης προγεστερόνης. Για να επιτευχθεί μια πρώιμη εγκυμοσύνη, υπάρχουν ορισμένα μονοπάτια \nσηματοδότησης που ανταποκρίνονται στην προγεστερόνη και στα οιστρογόνα μέσω των \nυποδοχέων τους, του υποδοχέα προγεστερόνης (PGR) και των υποδοχέων οιστρογόνου (ESR1 \nκαι ESR2).  \nΤα επίπεδα mRNA και πρωτεΐνης των υποδοχέων οιστρογόνου είναι διαφορετικά μεταξύ ενός \nφυσιολογικού ενδομήτριου και των  βλαβών που προκύπτουν στο παθογόνο ενδομήτριο \n(Chantalat et al, 2020). Συγκεκριμένα, βρέθηκε ότι τα επίπεδα mRNA του ESR2 ήταν 34 φορές \nυψηλότερα στην ενδομητρίωση σε σχέση με ένα φυσιολογικό ενδομήτριο. Για την παθογένεση \nτου ενδομητρίου και την ανάπτυξη της ενδομητρίωσης κύριο ρόλο έχει η ανώμαλη επιγενετική \nρύθμιση, όπως η μεθυλίωση του DNA. Σε μελέτη των Beliard et al., βρέθηκε θετική συσχέτιση \nμεταξύ του πολλαπλασιασμού και των επιπέδων οιστρογόν ων στο φυσιολογικό και στο \nπαθογόνο ενδομήτριο σε γυναίκες 26-40 ετών (Beliard et al, 2004).  \nΤα οιστρογόνα εκκρίνονται από την ωοθήκη ή παράγονται τοπικά από τον ενδομητριωτικό ιστό \nκαι δρουν με σκοπό την ρύθμιση της ανάπτυξης του ενδομητρίου ή του ενδομητριωτικού ιστού \n(Bulun et al , 2011). Είναι υπεύθυνα για τον πολλαπλασιασμό του επιθηλίου , ώστε  να \nδημιουργηθεί το κατάλληλο πάχος στο ενδομήτριο κατά την διάρκεια της πολλαπλασιαστικής \nφάσης του εμμηνορροϊκού κύκλου. Στην συνέχεια, η προγεστερόνη αναστέλλε ι τον \nπολλαπλασιασμό από τα οιστρογόνα και επιτρέπει στα στρωματικά κύτταρα να ξεκινήσουν την \nαποκέντρωση κατά την εκκριτική φάση, δηλαδή μετά την ωορρηξία. Όταν δεν υπάρχει πλέον \nισορροπία της σηματοδότησης του επιθηλίου – στρωματικού της προγεστερόνης κα ι των \nοιστρογόνων, προκαλείται η αντίσταση της προγεστερόνης και αυξάνεται η έκκριση των \nοιστρογόνων, με αποτέλεσμα να οδηγούνται οι γυναίκες σε ασθένειες της μήτρας, όπως είναι \nη ενδομητρίωση. Τέλος, έχει βρεθεί συσχέτιση μεταξύ των αυτοάνοσων διαταραχών του \nθυρεοειδούς και της ενδομητρίωσης, όπου πιθανολογείται ότι υπάρχει εμπλοκή της \nομοιόστασης και του μεταβολισμού της θυρεοειδικής ορμόνης στην παθοφυσιολογία της \nενδομητρίωσης (Peyneau et al., 2019). \n \n3.2. Θεραπεία Ορμονικής Καταστολής \nΈνα μεγάλο σύνολο ερευνών μελετήθηκαν για την εύρεση των ιδανικών ορμονικών θεραπειών \nέναντι της ενδομητρίωσης (Grandi et al, 2019). Σημειώθηκαν είδη θεραπείας με τη πρόσληψη \n\n23 \n \nενός συνδυασμού ορμονικών αντισυλληπτικών (CHCs, Combined Hormonal Contraceptives), \nενός συνδυασμού αντισυλληπτικών με από του στόματος πρόσληψη (COCs, Combined Oral \nContraceptives) και χάπια ή αντισυλληπτικά μόνο με προγεστίνη αντίστοιχα (POPs, Progestin-\nonly Pills ή POCs, Progestin -only Contraceptives). Τα περισσότερα από αυτά τα είδη που \nχρησιμοποιούνται δεν αναγνωρίζονται ως αποτελεσματικά αντισυλληπτικά και δεν θεωρούνται \nαποδεκτά από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων της Αμερικής (U.S. Food and Drug \nAdministration). Ωστόσο, οι ορμονικές αλλαγές τείνουν να επηρεάζουν τον τρόπο διάδοσης \nτης ενδομητρίωσης, μια διαταραχή άμεσα εξαρτώμενη από τα οιστρογόνα.   \nΣκοπός της ορμονικής θεραπείας είναι η γυναίκα να αποφύγει ένα πλήθος χειρουργικών \nεπεμβάσεων κατά την αναπαραγωγική ηλικία, που βαίνει ως έσχατη μορφή αντιμετώπισης των \nσυμπτωμάτων. \nΗ θεραπεία με συνδυαστική πρόσληψη ορμονικών αντισυλληπτικών (CHCs) χαρακτηρίζεται \nως εμπειρική, καθώς προτείνεται ακόμη και σε περιπτώσεις υποψίας ενδομητρίωσης, προτού \nεπέλθει επιβεβαίωση από λαπαροσκόπηση  (Jensen et al , 2018). Ωστόσο, νέοι φόβοι που \nαναπτύσσονται για τα μακροχρόνια αρνητικά αποτελέσματα στην υγεία και την γονιμότητα της \nγυναίκας ή ακόμη και το ρίσκο θρομβοεμβολής δυσανασχετούν την προτίμηση των CHCs ως \nάμεση μορφή θεραπείας. \nΗ οιστραδιόλη (Ε2) παρουσιάζει προφλεγμωνοτική και αντιαποπτωτική δράση στα  \nενδομητριακά και ενδομητριωτικά κύτταρα, ενώ διαδραματίζει βασικό ρόλο στην παθογένεση \nτης ενδομητρίωσης (Giudice, 2010). Με τη χρήση CHCs εμποδίζεται η ενδογενής παραγωγή \nοιστραδιόλης (Ε2) των ωοθηκών καθώς και η ωορρηξία, ενώ παράλληλα δημιουργείται ένα  \nορμονικό περιβάλλον όπου κυριαρχεί η προγεστίνη η οποία μειώνει την ευαισθησία του \nτοπικού υποδοχέα Ε ο οποίος ενισχύει τον πολλαπλασιασμό των ενδομητριακών βλαβών \n(Jensen et al, 2018). Επιπλέον, φαίνεται ότι μειώνει την πυκνότητα των νευρικών ινών και \nαναστέλλει την αγγειογένεση σε περίπτωση ενδομητριακών βλαβών. \nΕπιπρόσθετα, τα από του στόματος αντισυλληπτικά χάπια (OCPs, Oral Contraceptive Pills), \nαποτελούν και αυτά μια μορφή άμεσης θεραπείας κατά τον πόνο που προκαλεί η ενδομητρίωση \n(Casper, 2017). Πιο συγκεκριμένα, σε γυναίκες που εμφανίζουν πρωτοπαθή δυσμηνόρροια, \nαξιοποιούνται τα OCPs για την αραίωση του ενδομήτριου και ως αποτέλεσμα την \nελαχιστοποίηση της ποσότητας αιμορραγ ίας αλλά και την αναστολή του μεταβολισμού του \nαραχιδονικού οξέος σε προσταγλανδίνες. Ανακουφίζονται, με τον τρόπο αυτό, ο πόνος και οι \nκράμπες που παρουσιάζονται. \n\n24 \n \nΤα OCPs δύναται να χορηγούνται σε κάθε ηλικία χωρίς περιορισμούς, ούτε ρίσκο θρόμβωσης \n(Black et al , 2015). Έχουν την ικανότητα να αναστέλλουν την ωορρηξία καθώς και να \nεπιφέρουν εμμηνόρροια με ελάχιστες παρενέργειες. Τείνουν, επίσης, να επιλέγονται για το \nχαμηλό κόστος και την υψηλή τους αποτελεσματικότητα. Από την άλλη, τα COCs επιφέρουν \nκάποιους πρακτικούς περιορισμούς στη χρήση τους. Συγκεκριμένα, αντενδείκνυνται σε \nγυναίκες καπνίστριες ή που εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου, \nεγκεφαλικού επεισοδίου ή ακόμη και θρομβοεμβολής. \nΩστόσο, νέα δεδομένα έχουν πλέον φέρει στο φως, ένα ακόμη είδος φαρμακευτικής αγωγής \nστα πλαίσια της ορμονικής θεραπείας (Donez & Dolmans, 2021). Ονομάζονται από του \nστόματος ανταγωνιστές της ορμόνης απελευθέρωσης γοναδοτροπίνης (Oral Gonadotropin -\nReleasing -GnRH- Antagonists). Παρόλο που βαίνουν α ποτελεσματικοί στη θεραπευτική \nαντιμετώπιση της ενδομητρίωσης, εμφανίζουν παράλληλα και αρκετούς περιορισμούς. Αρχικά, \nη θεραπευτική δράση δύναται να καθυστερεί εξαιτίας των περιόδων έξαρσης και της δράσης \nπου επιφέρουν στον οργανισμό. Επιπλέον, προκαλείτα ι καταστολή των επιπέδων της Ε2 σε \nποσό μικρότερο των 20 pg/mL που οδηγεί σε αδυναμία τιτλοδότησης της και οδηγεί σε \nαπρόβλεπτη αναστροφή της θεραπείας σε περίπτωση χορήγησης ενέσιμης αποθηκευτικής \nμορφής αγωνιστών GnRH. \nΩστόσο, υπάρχει ένας αριθμός πλεονε κτημάτων που προωθεί την επιλογή και χρήση των \nανταγωνιστών GnRH ως φαρμακευτική μορφή θεραπείας (Donez & Dolmans, 2021). Είναι \nεφικτή η από του στόματος χορήγηση, ενώ επιφέρει άμεση καταστολή της έκκρισης \nωοθυλακιοτρόπου και ωχρινοτρόπου ορμόνης. Τέλος, δύναται η δοσοεξαρτώμενη καταστολή \nοιστρογόνων, όπου μπορεί να κυμαίνεται από μερική καταστολή με χαμηλή πρόσληψη μέχρι \nκαι ολική καταστολή με υψηλή πρόσληψη του. Επομένως, είναι εφικτή η κατάλληλη \nδιαμόρφωση χρήσης του ανάλογα με τα συμπτώματα και τη μορφή της ασθένειας αλλά και τις \nπροτιμήσεις της ασθενούς. \n \n4. Ενδομητρίωση και Συμπληρώματα Βιταμινών στο Οξειδωτικό Στρες \n4.1 Βιταμίνες C και E \nΗ βιταμίνη C, γνωστή ως και L-ασκορβικό οξύ είναι μια υδατοδιαλυτή βιταμίνη με \nαντιοξειδωτικές ιδιότητες (Dosedel et al., 2021). Συμμετέχει σε διαδικασίες που σχετίζονται με \n\n25 \n \nτην σύνθεση κολλαγόνου, την σύνθεση ορμονών, όπως η αδρεναλίνη, την μεταγραφή γονιδίων \nκαι την ρύθμιση της μετάφρασης μέσω διαφορετικών μηχανισμών.  \nΗ βιταμίνη E είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη και έχε ι ως βασικό ρόλο την ρύθμιση της \nλειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος (Miyazawa et al , 2019). Έχει προστατευτική \nδράση έναντι της οξείδωσης των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, αναπτύσσοντας την \nεπιρρέπεια τους σε οξειδωτική βλάβη και ως πιο σημαντική λει τουργία της, χαρακτηρίζεται η \nαντιοξειδωτική της δράση.  \nΛόγω των αντιοξειδωτικών ιδιοτήτων της βιταμίνης C και E και της συνεργατικής τους \nλειτουργίας, συμβάλλουν σημαντικά στην μείωση των συμπτωμάτων της ενδομητρίωσης και \nτης προσπάθειας καταπολέμησης της, καθώς κύρια αιτία της εμφάνισης της, είναι η φλεγμονή \n(Ballestin et al, 2021). Η βιταμίνη C βοηθάει στην μετατροπή της οξειδωμένης βιταμίνης Ε \nστην χρήσιμη μορφή της, με αποτέλεσμα την αποκατάσταση των αποθεμάτων της βιταμίνης \nΕ. Στο περιτοναϊκό υγρό γυναικών με ενδομητρίωση εμφανίζονται υψηλά επίπεδα \nφλεγμονωδών δεικτών, επομένως βρέθηκαν θετικά αποτελέσματα μεταξύ της συμπλήρωσης \nαντιοξειδωτικών βιταμινών (C και E) και την μείωση των φλεγμονωδών δεικτών στην \nενδομητρίωση (Santanam et al, 2012). Ακόμη, έχει βρεθεί ότι η συμπληρωματική χορήγηση \nτων βιταμινών αυτών οδήγησε σε μείωση του χρόνιου πυελικού πόνου που εμφανίζουν οι \nγυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση. Επίσης, βρέθηκε θετική επίδραση της \nσυμπληρωματικής χορήγησης βιταμίνης Ε με ή χωρίς βιταμίνη C στην βελτίωση του πυελικού \nπόνου των γυναικών, καθώς και μείωση των δεικτών οξειδωτικού στρες (Zheng et al, 2023). \nΈχει βρεθεί ότι η βιταμίνη C είναι η κύρια υδατοδιαλυτή βιταμίνη που έχει προστατευτική \nδράση στην ενδομητρίωση, ενώ οι περισσότερες με λέτες έδειξαν ότι η βιταμίνη Ε δεν έχει \nκάποια θετική συσχέτιση με τον κίνδυνο της ασθένειας (Abramiuk et al, 2024).                                                                                                                          \nΣυμπερασματικά, οι  βιταμίνες C και E είναι βασικές αντιοξειδωτικές βιταμίνες, οι οποίες \nσυμβάλλουν θετικά στην εμφάνιση και τον κίνδυνο της ενδομητρίωσης, χάρις στις  \nαντιοξειδωτικές τους ιδιότητές. \n \n4.2. Οξειδωτικό Στρες και τα Μικροθρεπτικά Συστατικά \nΑπό το 1985, ως «οξειδωτικό στρες» ορίζεται η ανισορροπία που παρουσιάζεται μεταξύ των \nοξειδωτικών και αντιοξειδωτικών με την υπεροχή των οξειδωτικών και η οποία πιθανώς οδηγεί \nσε βλάβη των διάφορων κυττάρων και οργάνων του σώματος (Sies, 1985). Με την εξέλιξη των \nερευνών, έχουν φυσικά υπάρξει προεκτάσεις και επεκτάσεις στον όρο αυτό, παρέχοντας \n\n26 \n \nπληροφορίες πολύτιμες για τον εμπλουτισμό του. Πιθανολογείται η ένταξη κλιμάκων έντασης, \nοι οποίες κυμαίνονται από το φυσιολογικό οξειδωτικό στρες (eustress) μέχρι και το υπερβάλλον \nτοξικό οξειδωτικό φορτίο (distress). \nΝέα δεδομένα παρουσιάζουν συσχέτιση του οξειδωτικού στρες με την παθοφυσιολογία της \nενδομητρίωσης, προκαλώντας μια γενική φλεγμονώδη απόκριση στην περιτοναϊκή κοιλότητα \n(Lousse et al, 2012). Οι δραστικές ρίζες οξυγόνο υ (ROS) παράγονται από τον φυσιολογικό \nμεταβολισμό του οξυγόνου και αποτελούν φλεγμονώδεις μεσολαβητές με σκοπό τη ρύθμιση \nτου κυτταρικού πολλαπλασιασμού ενώ παράλληλα έχουν κάποιες επιβλαβείς επιδράσεις. \nΗ παραγωγή ROS από μονοπύρηνο περιτοναϊκό υγρό κυττ άρων φαίνεται αυξημένη σε \nπερίπτωση ενδομητρίωσης  (Langendonckt et al , 2002). Μεγάλες ποσότητες ROS \nαπελευθερώνονται μετά από χρόνια διέγερση μακροφάγων του περιτοναϊκού υγρού σε \nγυναίκες με ενδομητρίωση. Άλλωστε τα μακροφάγα, τα ερυθροκύτταρα και ο αποπτω τικός \nενδομήτριος ιστός που μεταφέρονται στην περιτοναϊκή κοιλότητα λόγω της ανάδρομης \nέμμηνου ρύσεως αποτελούν διαδεδομένους επαγωγείς του οξειδωτικού στρες. Με τη σειρά \nτους, τα ενεργά μακροφάγα συμμετέχουν σημαντικά στην αποικοδόμηση των ερυθροκυττάρων \nτα οποία απελευθερώνουν προοξειδωτικούς και προφλεγμονώδεις παράγοντες όπως την αίμη \nκαι τον σίδηρο, που συμμετέχουν στη δημιουργία επιβλαβών ROS. Επιπλέον, η έκφραση της \nοξειδάσης ξανθίνης, ενός ενζύμου που παράγει αυξημένες ποσότητες ROS, σε έκτοπο και \nευτοπικό ενδομήτριο, παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα κατά τη διάρκεια του εμμηνορροϊκού \nκύκλου σε γυναίκες με ενδομητρίωση. \nΒάσει της έρευνας των Santanam et al. προτιμάται δίαιτα υψηλή σε αντιοξειδωτικά ή ακόμα \nκαι λήψη συμπληρωμάτων αυτών με σκοπό την ελάφρυνσ η της σοβαρότητας της \nενδομητρίωσης (Santanam et al, 2013). Τα χαμηλά επίπεδα αντιοξειδωτικών στον οργανισμό \nτείνουν να οφείλονται στην χαμηλή πρόσληψή τους μέσω της διατροφής. Κάποια από τα \nβασικότερα αντιοξειδωτικά που επιλέγονται για την αντιμετώπιση τη ς πάθησης είναι οι \nβιταμίνες C και Ε, τα Ω-3 λιπαρά οξέα, η μελατονίνη και ακόμη η κουρκουμίνη. \nΠιο συγκεκριμένα όμως, οι βιταμίνες C και E είναι οι πιο βασικές βιταμίνες που έχουν \nαντιοξειδωτικές ιδιότητες και συμβάλλουν θετικά στην ενδομητρίωση, δηλαδή έ χουν την \nδυνατότητα να εξουδετερώσουν την οξειδωτική βλάβη που προκύπτει  (Amini et al , 2021) . \nΈτσι, μπορεί να μειωθούν οι ελεύθερες ρίζες και το οξειδωτικό στρες. Μέσω της χρήσης της \nρυθμιστικής λειτουργίας της βιταμίνης C στον μεταβολισμό του σιδήρου, εμφανίζεται μείωση \nτου οξειδωτικού στρες, λόγω υπερφόρτωσης του σιδήρου ή της έλλειψης του (Clower et al., \n\n27 \n \n2022). Η υπερφόρτωση σιδήρου είναι επικίνδυνη, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε φερρόπτωση, \nη οποία χαρακτηρίζεται από τον κυτταρικό θάνατο με μεσολαβητή τα αντιδραστικά είδη \nοξυγόνου (ROS). Η φερρόπτωση έχει βρεθεί ότι είναι καλός βιοδείκτης για την διάγνωση της \nενδομητρίωσης.  \n  \n5. Ενδομητρίωση, έκφραση γονιδίων και διατροφή \n5.1. Επιδημιολογία και Κληρονομικότητα Ενδομητρίωσης  \nΗ ενδομητρίωση χαρακτηρίζεται ως μια σχετικά συχνή ασθένεια με εκτιμώμενο επιπολασμό \nγύρω στο 10% σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και σε ποσοστό περίπου 25% με 45% σε \nγυναίκες που υποβλήθηκαν σε λαπαροσκόπηση λόγω πυελικού πόνου και σημάδια \nυπογονιμότητας (Eskenazi & Warner, 1997). Βάσει το γεγονός ότι η διάγνωση της ασθένειας \nπραγματοποιείται κατά μέσο όρο στην ηλικία των 20 ετών και για το μεγαλύτερο πλήθος των \nγυναικών ολοκληρώνει τον κύκλο της μέχρι και την εμμηνόπαυση, η διάρκεια της νόσου \nξεπερνά σε μεγάλο βαθμό συνολικά τα 10 χρόνια. Ο μέγιστος αριθμός περιπτώσεων \nενδομητρίωσης παρουσιάζεται άλλωστε, σε γυναίκες που βρίσκονται μεταξύ της εμμηναρχίας \nκαι της εμμηνόπαυσης, ενώ κορυφώνεται στην περίοδο από 25 μέχρι 45 ετών. Φυλετικά, οι \nΑσιάτισσες γυναίκες φέρουν το μεγαλύτερο κίν δυνο ανάπτυξης ενδομητρίωσης, σε αντίθεση \nμε τις μαύρες γυναίκες (Smolarz et al, 2021). Οι Καυκάσιες διατηρούν ένα σταθερό ενδιάμεσο. \nΣε ένα ποσοστό 7% των γυναικών η εμφάνιση της νόσου συσχετίζεται με την υπάρχουσα \nγενετική προδιάθεση στην οικογένεια (Cramer & Missmer, 2002). Επομένως, οι γυναίκες αυτές \nείναι πολύ πιθανό να έχουν μητέρα ή αδελφή με ενδομητρίωση, ενώ μεγάλη συχνότητα της \nνόσου παρατηρείται σε μονοζυγωτικά δίδυμα. Στον τομέα αυτό, έχει μελετηθεί ένα πλήθος \nγενετικών πολυμορφισμών όπως το ένζυμο αποτοξίνωσης γλουταθειόνη -S-τρανσφεράση, \nεστεράση D, το γονίδιο που ρυθμίζει τον υποδοχέα οιστρογόνου καθώς και τον πολυμορφισμό \nN314D της τρανφεράσης γαλακτόζης.  Επιπλέον, ενδομητρίωση παρατηρήθηκε σε ποσοστό \n2% γυναικών που υποβλήθηκαν επέμβαση α πολίνωσης των σαλπίγγων αλλά και σε 17% \nγυναικών που υπέστησαν χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των ωοθηκών. \nΑξιοσημείωτο γεγονός αποτελούν κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις γυναικείας \nανδρογενετικής ενδομητρίωσης που παρατηρήθηκαν σε άνδρες που υποβλήθηκαν σε ορμονική \nθεραπεία για τον καρκίνο του προστάτη (Martin & Hauck, 1985). \n\n28 \n \nΠλήθος μελετών στην κληρονομικότητα παρουσιάζουν αυξημένη συχνότητα και κίνδυνο \nεμφάνισης ενδομητρίωσης από 3 μέχρι 15 φορές σε γυναίκες συγγενείς πρώτου βαθμού ή που \nανήκουν στην ίδια οικογένεια (Saha et al, 2015). Το φαινόμενο αυτό παρατηρήθηκε επίσης στα \nμονοζυγωτικά δίδυμα όπου το ποσοστό συνεμφάνισης ξεπερνάει το 80%. Μελετώντας το \nιστορικό ενδομητρίωσης διάφορων οικογενειών, βρέθηκε ότι για το 50% των περιπτώσεων \nεμφάνισης της νόσου ευθύνεται κάποιος γενετικός παράγοντας. Μάλιστα, σημαντικό ρόλο \nδιαδραματίζουν επίσης οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, οι οποίοι με τις γενετικές και \nεπιγενετικές μεταβολές που προκαλούν συμβάλλουν στη μετάβαση της ενδομητρίωσης από τις \nανεπαίσθητες αλλαγές στο στάδιο της νόσου (Koninckx et al, 2019). \nΈνας αριθμός εκατομμύρια πολυμορφισμών που υπάρχουν διάσπαρτοι στο ανθρώπινο \nγονιδίωμα συγκροτούν το σύνολο διαφορετικών φαινοτυπικών χαρακτηριστικών που \nαπαρτίζουν ένα άτομο (Smolarz et al , 2021). Από όλα αυτά, ο πολυμορφισμός μοναδικού \nνουκλεοτιδίου (SNPs), αποτελεί γύρω στο 90% της συνολικής φαινοτυπικής ποικιλότητας. \nΟρισμένες πολυμορφικές παραλλαγές συναντώνται συχνά σε ένα μεγάλο ποσοστό του \nπληθυσμού το οποίο εμφανίζει την ίδια ποικιλία φαινοτυπι κών χαρακτηριστικών που τον \nκάνουν επιρρεπή σε διάφορες καταστάσεις. Θεωρείται ότι ορισμένα συστήματα SNPs, τα οποία \nπιθανώς να εμφανίζουν κοινούς κληρονομικούς απλότυπους, συμβάλουν στην εμφάνιση της \nενδομητρίωσης.  \nΜε την κατανόηση της συσχέτισης που υπάρχει μεταξύ της γονιδιακής έκφρασης, των \nπολυμορφισμών και της ενδομητρίωσης, δύναται η ανάπτυξη πιο εξελιγμένων και \nαποτελεσματικών θεραπευτικών στρατηγικών ενάντια της νόσου (Fung et al, 2015). Μάλιστα, \nη μοριακές μελέτες πιθανολογείται να φέρουν στο φως τρόπους εξατομικευμένης θεραπείας της \nενδομητρίωσης στο άμεσο μέλλον.  \n \n5.2 Γενετικό υπόβαθρο ενδομητρίωσης  \nΗ ενδομητρίωση, όπως είναι ευρέως γνωστό, αποτελεί μια νόσο ευρείας αιτιολογίας που \nμπορεί να κυμαίνεται από γενετικούς μέχρι περιβαλλοντικούς παράγοντες καθώς και την \nαλληλεπίδραση των δύο αυτών μεταξύ τους (Hansen & Eyster, 2010). Ωστόσο, το κάθε άτομο \nπαρουσιάζει διαφορετική ευαισθησία στη νόσο καθώς και στην επιρροή του από τους \nπεριβαλλοντικούς παράγοντες. Η γενετική ανθρώπινη διαμόρφωση του  κάθε ατόμου \nδιαδραματίζει εξίσου σημαντικό ρόλο. Έχουν πλέον πραγματοποιηθεί πολλαπλές έρευνες που \nπαρουσιάζουν συσχέτιση ορισμένων πολυμορφισμών με αυξημένο κίνδυνο ενδομητρίωσης σε \n\n29 \n \nδιαφορετικές φυλές. Μάλιστα, στο μέγιστο των περιπτώσεων, όταν η ενδομητ ρίωση \nπροέρχεται από κάποιο γονιδιακό φαινόμενο, τείνει να έχει στόχο τις ωοθήκες και μπορεί \nακόμα και να οδηγήσει και στην ανάπτυξη του ομοειδούς καρκίνου (Simpson & Bischoff, \n2003).  \nΑρκετά γονίδια έχουν αναγνωριστεί στην παθογένεση της ενδομητρίωσης με ένα από τα πιο \nσημαντικά να είναι το γονίδιο TP53 (Feng et al, 2015). Πιο συγκεκριμένα, ενώ έρευνες έχουν \nχρήσει υπαίτιο τον πολυμορφισμό TP53 του κωδικονίου 72 ορισμένα αποτελέσματα \nπαραμένουν ασαφή. Ο πολυμορφισμός αυτός χαρακτηρίζει αυξημένο κίνδυνο ενδομητρίωσης \nιδίως σε λαούς της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής βάσει της έρευνας των Jia et al. και Song \nand Lee (Jia et al, 2012) (Song & Lee, 2014). Αντίθετα, η δράση του φάνηκε να μην επηρεάζει \nκαθόλου γυναίκες της Καυκάσιας φυλής. Επομένως, τα δεδομένα αυτά επικυρώνουν την ισχύ \nπου φέρουν το γενετικό υπόβαθρο καθώς και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες στην δράση μιας \nνόσου. Άρα, οφείλει να τονίζεται η ετερογένεια που παρατηρείται στα χαρακτηριστικά μεταξύ \nπληθυσμών.  \nΣε μια άλλη έρευνα των Xie et al, προτάθηκε πως ο πολυμορφισμός rs2275913 (G-197A) στην \nπεριοχή προαγωγέα της ιντερλευκίνης IL-17A πιθανόν αποτελεί μια λειτουργική γενετική \nπαραλλαγή που δύναται να επηρεάσει τον τρόπο έκφρασης του mRNA της IL-17A σε έκτοπους \nενδομήτριους ιστούς (Xie et al, 2023). Μάλιστα, ο γονότυπος ΑΑ του rs2275913 φάνηκε να \nυπερέχει στον κίνδυνο ανάπτυξης ενδομητρίωσης από ότι ο γονότυπος GG (Lang et al, 2021). \nΣυγκεκριμένα, τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν πως ο πολυμορφισμός rs2275913 \nπαρουσίασε αυξημένη ευαισθησία στην ανάπτυξη ενδομητρίωσης των ωοθηκών, με τον \nγονότυπο ΑΑ να παρουσιάζει μεγαλύτερη συσχέτιση, επιβεβαιώνοντας, έτσι, την αρχική \nθεωρία. Επιπλέ ον, σε ασθενείς που έφεραν τον γονότυπο ΑΑ του πολυμορφισμού, \nπαρατηρήθηκαν αυξημένα επίπεδα mRNA της IL-17A στο έκτοπο ενδομήτριο. Ο γονότυπος \nΑΑ του πολυμορφισμού rs2275913 δρα επίσης ως παράγοντας κινδύνου της ενδομητρίωσης \nμε την αυξανόμενη έκφραση της IL-17A. Ο πολυμορφισμός αυτός καθώς η επιρρέπειά του σε \nπολλαπλές άλλες ασθένειες, πάντα με την συμβολή του αλληλομόρφου Α, έχει μελετηθεί \nεκτενώς. \nΈνα ακόμη γονίδιο του οποίου οι πολυμορφισμοί εμφάνισαν άμεση συσχέτιση με την \nενδομητρίωση και μελετήθηκε αποτελεί η Ν -ακετυλοτρανσαφεράση 2 (NAT2) (Hein et al , \n2000). Η ΝΑΤ2 προέρχεται από ένα απλό, χωρίς ιντρόνια γονίδιο με ανοιχτό πλαίσιο \nανάγνωσης 870bp, ενώ κωδικοποιεί 290 αμινοξέα. Το γονίδιο αυτό συναντάται στο \nχρωμόσωμα 8p21.321.1. Αρκετές έρευνες υποσ τηρίζουν πως τυχόν αλλαγές που \n\n30 \n \nπαρατηρούνται στη δραστηριότητα της ΝΑΤ2, δύναται να αυξάνουν τον κίνδυνο για ανάπτυξη \nενδομητρίωσης. Παράλληλα, υποστηρίζεται συσχέτιση μεταξύ της αστάθειας που κυριαρχεί \nστους πολυμορφισμούς του γονιδίου ΝΑΤ2 και της επιρρέπειας που εμφανίζει ένας οργανισμός \nστην ενδομητρίωση.  \nΗ έρευνα των Baranova et al . που πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία του 1999 παρουσίασε \nσυσχέτιση της αργής ακετυλίωσης με ενδομητρίωση πρώτου ή δεύτερου σταδίου στον \nγυναικείο πληθυσμό της χώρας (Baranova et al, 1999). Ωστόσο, η έρευνα των Nakago et al. \nπου πραγματοποιήθηκε στον πληθυσμό της Μεγάλης Βρετανίας το 2001 δεν επέφερε καμία \nσυσχέτιση των πολυμορφισμών του γονιδίου ΝΑΤ2 με την ενδομητρίωση (Nakago et al, 2001). \nΑντίθετα, οι Fayez et al. σε έρευνα σ το Ιράν το 2018 παρουσίασαν μεγαλύτερη πιθανότητα \nανάπτυξης ενδομητρίωσης σε άτομα που φέρουν φαινότυπο ταχείας ακετυλίωσης (Fayez et al, \n2018). Επομένως, και ενώ γίνεται φανερό ότι δεν υπάρχει ακριβής εξήγηση για τη συσχέτιση \nτου γονιδίου ΝΑΤ2 με την ενδο μητρίωση, φανερώνεται η προστατευτική δράση του SNP \nG590A έναντι της ασθένειας από τον μεγάλο αριθμό επαναλαμβανόμενων ερευνών (Wei et al, \n2019). Έτσι, ο φαινότυπος και τα SNPs αποτελούν πλέον πιθανούς βιοδείκτες για την έγκαιρη \nδιάγνωση και θεραπεία της ενδομητρίωσης.   \nΗ παθογένεση της ενδομητρίωσης δεν είναι ευρέως αποδεδειγμένη. Η πιο συνηθισμένη αιτία \nπου έχει βρεθεί μέχρι στιγμής είναι η ανάδρομη έμμηνος ρύση (Geng et al, 2022). Με βάση \nτην θεωρία του Sampson το 1927, στην ανάδρομη έμμηνος  ρύση ο ενδο μητρητικός ιστός \nδιοχετεύεται με ανάδρομο τρόπο μέσω των σαλπίγγων κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως \nστην περιτοναϊκή κοιλότητα. Στην συνέχεια, τα κύτταρα αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται, \nκαθώς έχουν διοχετευθεί στα μεσοθηλιακά κύτταρα του περιτόναιου, με αποτέλεσμα να \nπαράγουν ενδομήτρια εμφυτεύματα, τα οποία αναπτύσσονται με την βοήθεια της \nσηματοδότησης των οιστρογόνων (Bjorkman & Taylor, 2019). Όμως, λόγω της \nπολυπλοκότητας της παθογένεσης της ενδομητρίωσης, η ανάδρομη έμμηνος ρύση είναι ένα \nαπό τα βασικά αίτια της εμφάνισης της νόσου και παράλληλα παίζουν και άλλοι παράγοντες \nρόλο, όπως οι γενετικοί, περιβαλλοντικοί και ορμονικοί που μπορούν μέσω μιας αλλοιωμένης \nσύνθεσης περιτοναϊκού υγρού να αυξήσουν την εμφάνιση της ενδομητρίωσης (Sourial et al, \n2014).  \nΗ ενδομητρίωση είναι μια πολυγονιδιακή ασθένεια, επομένως, πολλαπλοί γενετικοί \nπαράγοντες λαμβάνουν καθοριστικό ρόλο στην παθογένεια της (Borghese et al, 2010). Για τον \nέλεγχο των γενετικών αιτιών χρησιμοποιούνται οι παράγοντες μεταγραφής (TFs), οι οποίοι \nείναι πρωτεΐνες που ελέγχουν τον ρυθμό μεταγραφής της γενετικής πληροφορίας από DNA σε \n\n31 \n \nmRNA, αναλύουν άμεσα το γονιδίωμα και εκτελούν την αποκωδικοποίηση των αλληλουχιών \nτου DNA. Οι TFs συμμετέχουν σε μη φυσιολογικές βιολογικές εκβάσεις στην ενδομη τρίωση \nκαι η περίσσεια οιστρογόνων και η φλεγμονή του ανοσοποιητικού μπορεί να συμβάλλουν στην \nεμφάνιση της νόσου. Έτσι, φαίνεται ότι υπάρχει μεγάλος αριθμός μεταγραφικών παραγόντων \nστην ενδομητρίωση. Η υπερέκφραση της υπομεθυλιωμένης πρωτεΐνης δέσμευσης GATA 6 \nβοήθησε τα φυσιολογικά στρωματικά κύτταρα του ενδομητρίου να αναπτύξουν \nενδομητριωτικούς φαινοτύπους και στην συνέχεια είχε την ικανότητα να αναστείλει την \nορμονική ευαισθησία. Ακόμα, τα γονίδια KLF2 και HOXB6 που ορίζονται ως μεταγραφικοί \nπαράγοντες (TFs) φάνηκε πως έχουν κυρίαρχη θέση στην ενδομητρίωση.  \nΜε την ανάπτυξη της τεχνικής μελέτης συσχέτισης σε επίπεδο γονιδιώματος (Genome-Wide \nAssociation Study – GWAS), δύναται καλύτερη η ανάλυση της επιδημιολογίας της \nενδομητρίωσης (Zafari et al , 2021). Πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη έρευνα GWAS από τη \nΔιεθνή Κοινοπραξία Endo Gene (IEC) σε πληθυσμούς Βρετανών και Αυστραλών γυναικών \nπου πάσχουν από ενδομητρίωση. Συγκεκριμένα, βρέθηκε ο τόπος 7p15.2 (rs12700667) και τα \nγονίδια που βρίσκονται στον τόπο αυτόν είναι υπεύθυνα για την ανάπτυξη της μήτρας και του \nπλακούντα (Smolarz et al, 2021). Η μεγαλύτερη GWAS έρευνα, ωστόσο, πραγματοποιήθηκε \nτο 2012 με τη σύγκριση DNA 5586 Ευρωπαίων γυναικών που έπασχαν από ενδομητρίωση σε \nσύγκριση με 9331 με απουσία ασθένειας (Nyholt et al, 2012).  \nΗ ερευνητική ομάδα εντόπισε δύο διαφορετικά σημεία του γονιδιώματος που φάνηκε να \nαυξάνουν τον κίνδυνο της ενδομητρίωσης (Pagliardini et al, 2013). Ένα από αυτά συναντάται \nστο χρωμόσωμα 7. Πιθανολογείται η συσχέτιση της περιοχής αυτής με τη ρύθμιση των \nκοντινών γονιδίων τα οποία συμμετέχουν στην ανάπτυξη της μήτρας καθώς και της γύρω \nεπένδυσής της. Το δεύτερο βρίσκεται κοντά στο γονίδιο WNT4, που συμβάλει στην μεταβολική \nρύθμιση των ορμονών όπως και την ανάπτυξη και σωστή λειτουργία του γυναικείου \nαναπαραγωγικού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα, ο ρόλος και η λειτουργία του  γονιδίου \nWNT4 αναλύθηκε από Pagliardini et al ., σε μια μελέτη GWAS παράλληλα με τ α γονίδια  \nCDKN2BAS και FN1. Μάλιστα, βάσει των Mafra et al ., μια εν τω βάθη ανάλυση των \nγενετικών παραλλαγών στην γενετική περιοχή του WNT4 (rs3820282, rs16826658), πιθανόν \nνα συμβάλλει στον έγκαιρο εντοπισμό των ασθενών με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης της νόσ ου \n(Mafra et al, 2015).  \nΣυνολικά δεδομένα από ένα πλήθος ερευνών GWAS παρατηρούν ότι συγκεκριμένες γενετικές \nπαραλλαγές που εμφανίζονται ιδίως συχνότερα σε περιπτώσεις ενδομητρίωσης, μπορεί να \nαποτελούν σημαντικούς υποψήφιους γενετικά για την εμφάνιση της νόσου (Fung et al, 2015). \n\n32 \n \nΣύμφωνα με την έρευνα των Fung et al., έχει βρεθεί ότι σε επίπεδο γονιδιώματος, η περιοχή \nGREB1 στο χρωμόσωμα 2p25.1 σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ενδομητρίωσης. Υπάρχουν \nακόμα 3 γονίδια που συμβάλλουν στην εξέλιξη και την εμφάνιση βλαβών στην ενδομητρίωση, \nτα οποία βρίσκονται στον τόπο 1p36.12 και είναι τα WNT4, LINC0039, CDC42 (McGrath et \nal, 2023).  \nΕπίσης, βρέθηκε ότι σημαντικό ρόλο έχουν τα γονίδια των υποδοχέων οιστρογόνων (Smolarz \net al, 2021). Συγκεκριμένα, δόθηκε έμφαση στα γονίδια ESR2 και CYP19A1 για την εμφάνιση \nκαι την ευαισθησία της ενδομητρίωσης. Στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις παρατηρήθηκαν \nμεταξύ δύο SNP και της νόσου, το rs4986938 και το rs928554. Στην πρώτη περίπτωση, ο \nγονότυπος ΑΑ, το ομόζυγο βρέθηκε  ότι μειώνει τον κίνδυνο της ενδομητρίωσης με το ίδιο \nαποτέλεσμα στο δεύτερο, αλλά με τον γονότυπο ΑG. Επομένως, οι πολυμορφισμοί rs4986938 \nκαι rs928554 του γονιδίου ESR2 έχουν υψηλή συσχέτιση με την παθογένεση της \nενδομητρίωσης. Ακόμα, μελέτες έχουν δείξε ι ότι οι πολυμορφισμοί rs17179740 του γονιδίου \nESR2 και rs2899470 του γονιδίου CYP19A1 σχετίζονται με την εμφάνιση της νόσου.    \nΕπιπρόσθετα, σε μελέτες για microRNA (miRNA) στην ενδομητρίωση, αποδείχθηκε ότι μια \nομάδα γονιδίων ρυθμίζεται με σταθερά θραύσματα RNA (Smolarz et al., 2021). Τα microRNA \nείναι μη κωδικοποιημένα RNA που ρυθμίζουν την ανάπτυξη, την ωρίμανση, την \nδιαφοροποίηση και την απόπτωση του κυττάρου, την σηματοδότησή του, τις κυτταρικές \nαλληλεπιδράσεις και την ομοιόσταση (Ranganathan & Sivasankar, 2014). Είναι υπεύθυνα για \nτην ροή της γενετικής πληροφορίας ελέγχοντας την μετάφραση ή την σταθερότητα των mRNA \n(Zhao & Srivastava, 2007). Τα βασικά microRNA που βρίσκονται στα ενδομήτρια κύτταρα \nείναι της οικογενείας let. Ένα από τα πιο σημαντικά microRNA της let οικογένειας είναι το let-\n7 (θανατηφόρο-7), το οποίο βρίσκεται σε πολλά αντίγραφα σε ένα μόνο γονιδίωμα (Roush & \nSlack, 2008).  Στην μελέτη του Sahin et al., βρέθηκε ότι τα Let-7b, που καθιστούν ένα από τα \nμέλη της οικογένειας let-7, επηρεάζουν την παθοφυσιολογία της ενδομητρίωσης, καθώς και \nτην ρύθμιση των επίπεδων των οιστρογόνων και τον υποδοχέα των αυξητικών παραγόντων \n(Sahin et al, 2018).  \nΕπίσης, από τα miRNA ένα μόνο μπορεί να στοχεύσει πολλά γονίδια ταυτόχρονα και στην \nσυνέχεια να ρυθμ ίσει την έκφραση του mRNA στόχου (Liu et al , 2018). Έτσι, \nπραγματοποιούνται αλλαγές στην ισορροπία των miRNAs και των mRNA στόχων, με \nαποτέλεσμα την αλλαγή της φυσιολογικής κατάστασης των ιστών και την αρχή των \nπαθολογικών διεργασιών. Έχει βρεθεί, ότι η αλ λοιωμένη έκφραση των miRNA σχετίζεται με \nτην ενδομητρίωση και μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη και την εξέλιξη της. Τέλος, \n\n33 \n \nπαρατηρήθηκαν τροποποιημένα επίπεδα έκφρασης των miR-449b-3p στην ενδομητρίωση που \nεπηρεάζουν την ανάπτυξη της νόσου. \n \n5.3. Διατροφή και Ενδομητρίωση \n      5.3.1. Θετική Επίδραση της Διατροφής στην Ενδομητρίωση \nΗ διατροφή έχει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και την εξέλιξη της ενδομητρίωσης. \nΣυγκεκριμένα, μπορεί να επηρεάσει τον εμμηνορροϊκό κύκλο, την παρουσία φλεγμονής στο \nσώμα, την ύπα ρξη οιστρογόνων και τον μεταβολισμό των προσταγλανδινών (Jurkiewicz, \n2017). Οι αντιοξειδωτικές βιταμίνες, δηλαδή οι βιταμίνες D, E και της ομάδας Β, αλλά και \nτρόφιμα πλούσια σε ασβέστιο και ωμέγα -3 λιπαρά οξέα, έχουν δείξει ότι προστατεύουν την \nανάπτυξη της ενδομητρίωσης.  \nΑρχικά, φάνηκε ότι η υψηλή πρόσληψη γαλακτοκομικών προϊόντων πιθανόν σχετίζεται με \nμειωμένο κίνδυνο ενδομητρίωσης (Nodler et al, 2020). Σε αυτή την αντίστροφη συσχέτιση \nμεταξύ πρόσληψη γαλακτοκομικών και κινδύνου της νόσου μπορεί να συμμετέχουν διάφοροι \nμηχανισμοί. Κάποιοι από αυτούς αφορούν την περιεκτικότητα ορισμένων γαλακτοκομικών \nτροφίμων σε ασβέστιο και βιταμίνη D. Εκτός αυτού, συμμετέχει και ο ρόλος αυτών τόσο στην \nυπορρύθμιση ορισμένων παραγόντων που προάγουν την ανάπτυξη του οργαν ισμού, ένας από \nτους οποίους είναι ο αυξητικός παράγοντας –Ι που φέρει στην ινσουλίνη, όσο και η ανοδική \nρύθμιση των τροποποιητών αρνητικού αυξητικού παράγοντα όπως ο μετασχηματιστικός \nαυξητικός παράγοντας-β (Arab et al, 2022). Επιπλέον, αποδείχθηκε πως αυξημένη πρόσληψη \nγαλακτοκομικών προϊόντων, οδηγεί σε μείωση των διάφορων φλεγμονωδών παραγόντων. \nΤέτοιοι είναι οι αντιδραστικές μορφές οξυγόνου (ROS), ο νεκρωτικός παράγοντας όγκου -α \n(TNF-α) και η ιντερλευκίνη-6 (IL-6). Η βιταμίνη D αποδεικνύει και αυτή τις αντιφλεγμονώδεις \nιδιότητές της με την μείωση της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP). Παράλληλα μια διατροφή \nπλούσια σε πρωτεΐνη μειώνει τον κίνδυνο ενδομητρίωσης με τη ρύθμιση του ενδοκρινικού και \nανοσοποιητικού συστήματος.  \nΟι πολυφαινόλες, όπως η κουρκουμίνη κ αι η ρεσβερατρόλη, είναι οι κυρίαρχες βιοδραστικές \nενώσεις που συντίθενται από φυτά που αποτελούν βασικά μέρη της ανθρώπινης διατροφής, \nκαθώς έχουν πολλά λειτουργικά οφέλη για την υγεία, λόγω των αντιοξειδωτικών και \nαντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων τους (Golabek et al , 2021). Για τον λόγο αυτό, δρουν θετικά \nέναντι στην  αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης. Η ρεσβερατρόλη έχει θετική επίδραση στα \nενδομήτρια και ενδομητριωτικά κύτταρα, λόγω της ανασταλτικής λειτουργίας στον \n\n34 \n \nπολλαπλασιασμό των κυττάρων (Piecuch et al., 2022). Η κουρκουμίνη είναι ένα μπαχαρικό το \nοποίο έχει αντιφλεγμονώδεις και αντικαρκινικές ιδιότητες , ενώ μπορεί να επαναφέρει την \nαιμόσταση στην δυσλειτουργία του ενδομητρίου και η δράση της μπορεί να βασίζεται στην \nμείωση της παραγωγής οιστραδιόλης (Markowska et al., 2023). \nΕπιπρόσθετα, η νηστεία μπορεί να έχει οφέλη στην αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης (Habib \net al., 2022). Ρυθμίζει τις αυξημένες και μη ισορροπημένες ορμόνες, την φλεγμονή και την \nαυξημένη αντίσταση στο στρες. Σε κλινική πράξη, συστήνεται η ελαφριά διατροφή ή η νηστεία \nπριν από τον εμμηνορροϊκό κύκλο, με σκοπό να μειωθεί η δραστηριότητα του γαστρεντερικού \nσωλήνα και στη συνέχεια τα επώδυνα συμπτώματα του γαστρεντερικού συστήματος που \nσχετίζονται με την ενδομητρίωση. Επιπλέον, οι φυτικές δίαιτες και οι δίαιτες με υψηλή \nπεριεκτικότητα σε φυτικές ίνες αυξάνουν την έκκριση οιστρογόνων και μειώνουν τις \nσυγκεντρώσεις βιοδιαθέσιμων οιστρογόνων, με αποτέλεσμα την μείωση του κινδύνου \nενδομητρίωσης. Ακόμα, από μια μελέτη αμερικάνικης καρδιολογικής εταιρίας που διήρκησε 8 \nεβδομάδες και συμμετείχαν 100 ασθενείς με στεφανιαία νόσο, βρέθηκε ότι όσοι ακολουθούσαν \nαυστηρά vegan διατροφή εμφάνιζαν λιγότερη φλεγμονή σε σχέση με εκείνους που \nακολουθούσαν δίαιτα με ζωικά προϊόντα (Barnarnd et al., 2023).  \nΥπάρχουν και άλλες διατροφές που μπορούν να συμβάλλουν στην μείωση της ανάπτυξης της \nενδομητρίωσης (Marziali et al., 2012). Η δίαιτα χωρίς γλουτένη έχει την ικανότητα να μειώσει \nτα συμπτώματα της ενδομητρίωσης, λόγω της παρεμπόδισης της στη ρύθμιση της \nανοσολογικής απόκρισης του οργανισμού που προκαλείται από την γλουτένη και της \nφλεγμονώδους απόκρισης επηρεάζοντας τις κυτοκίνες. Μάλιστα, σε μια αναδρομική μελέτη \n330 γυναικών, το 75% των ασθενών  δεν ανέφερε αύξηση πόνου, αντιθέτως διέκρι νε μείωση \nτων συμπτωμάτων πόνου. Άλλη μια δίαιτα που έχει θετικά αποτελέσματα στην ανάπτυξη της \nενδομητρίωσης, είναι η δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε νικέλιο (Borghini et al., 2020). Το \nνικέλιο, είναι ένα βαρύ μέταλλο, το οποίο εμπλέκεται σε πολλές διερ γασίες του ανθρώπινου \nσώματος και μπορεί να παρεμβαίνει στη δράση των οιστρογόνων ως προς την ενδομητρίωση, \nόμως σε υψηλές συγκεντρώσεις μπορεί να είναι τοξικό προκαλώντας φλεγμονώδεις και \nαλλεργικές διαταραχές σε ευαίσθητους ανθρώπους. Η κύρια πηγή του νι κελίου για τον \nάνθρωπο είναι τα τρόφιμα, όπου πλούσιες σε αυτό είναι οι ντομάτες, τα φασόλια, τα \nδημητριακά ολικής άλεσης, οι ξηροί καρποί, το σκόρδο και το κρεμμύδι (Piecuch et al., 2022). \nΕπομένως, η μελέτη των Borhgini et al.,  έδειξε ότι μια δίαιτα χαμη λής περιεκτικότητας σε \nνικέλιο μπορεί να μειώσει τα γυναικολογικά συμπτώματα, όπου στην συγκεκριμένη περίπτωση \nείναι τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης (Borghini et al, 2020). \n\n35 \n \n \n     5.3.2. Διατροφικός Κίνδυνος Ενδομητρίωσης \nΠλήθος υπαρκτών ερευνών που μελετούν την ενδομητρίωση σε σχέση με τη διατροφή \nχαρακτηρίζουν την διατροφή ως έναν δυνητικά τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου προς τη \nνόσο (Jurkiewicz-Przondziono et al., 2017). Ενώ έχουν κατηγοριοποιηθεί κάποια τρόφιμα που \nπροωθούν ή εμποδίζουν την ανάπτυξη της ενδομητρίωσης, δεν υπάρχει ακόμη ακριβής \nποσοτική συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης ενός τρόφιμου και του ρίσκου που αποδίδει. \nΕπιπλέον, η διαιτητική πρόσληψη συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών εμφανίζει σχέση με \nτον κίνδυνο ενδομητρίωσης. Πιο συγκεκριμένα, η διατροφή συμμετέχει στην αντίστοιχη \nαύξηση ή μείωση του ρίσκου της νόσου μέσω του ρόλου που λαμβάνουν σαν ρυθμιστές του \nμεταβολισμού των στεροειδών ορμονών, της δράσης που ασκούν στη σύσπαση των μυών, στη \nρύθμιση της φλεγμονής και του οξειδωτικού στρες, όπως και στην έμμηνο ρύση (Missmer et \nal, 2010). Μελετήθηκε κάθε ομάδα τροφίμων και τα αποτελέσματα της στην ενδομητρίωση \nξεχωριστά. \nΕνώ το μεγαλύτερο μέρος των ερευνών που έχουν πραγματοποιηθεί χαρακτηρίζουν τα φρούτα \nως μια σωτήρια διατροφή έναντι της ενδομητρίωσης, η μελέτη των Trabert et al. τις διαψεύδει \n(Trabert et al , 2011 ). Παρατηρήθηκε πως η υψηλή πρόσληψη φρούτων αντιστοιχούσε σε \nσημαντικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ενδομητρίωσης. Τα ευρήματα ωστόσο αυτά βρίσκουν \nυπαίτια τα φυτοφάρμακα αντί για τα ίδια τα φρούτα (Katz & Winter, 2009). Από έρευνες που \nέχουν πραγματοποιηθεί in vitro  και in vivo  έχουν διαχωριστεί συγκεκριμένες κατηγορίες \nφυτοφαρμάκων οι οποί ες φέρουν οιστρογονικές δράσεις, που επιφέρουν βλάβη στην \nενδομητρίωση παράλληλα με υποτροπή της ήδη υπάρχουσας ασθένειας. \nΣε μια πρόσφατη μελέτη περιπτώσεων ελέγχου, βρέθηκε ότι γυναίκες που καταναλώνουν \nδίαιτες με υψηλό δυναμικό φλεγμονής, όπως το κόκκινο κρέας και τα τρανς-ακόρεστα λιπαρά \nοξέα, είναι στατιστικά σημαντική η πιθανότητα να εμφανίσουν ενδομητρίωση σε σύγκριση με \nεκείνες με λιγότερη κατανάλωση φλεγμονωδών διαιτών (Habib et al, 2022). Συγκεκριμένα, η \nκατανάλωση παλμιτικού οξέος και μεγάλες ποσ ότητες τρανς -ακόρεστων λιπαρών οξέων, \nσυσχετίστηκαν με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου, βάσει  εκτενής έρευνας που \nδιεξάχθηκε στις ΗΠΑ. \nΤο κόκκινο κρέας γενικότερα φαίνεται ότι σε περίπτωση υψηλής πρόσληψης φέρει δυσμενή \nαποτελέσματα για διάφορες ασθένειες (Yamamoto et al , 2018) . Το ίδιο ισχύει και στην \nπροκειμένη περίπτωση με την ενδομητρίωση. Μάλιστα, σύμφωνα με την έρευνα των \nYamamoto et al., ποσοτικά η αύξηση του κινδύνου αγγίζει το 17%. Ένας από τους πιθανούς \n\n36 \n \nτρόπους με τους οποίους ασκεί την επιβλαβή δράση του το κόκκινο κρέας είναι μέσω των \nστεροειδών ορμονών (Andersson & Skakkebaek, 1940). Πιο συγκεκριμένα, η υψηλή \nκατανάλωση κόκκινου κρέατος σχετίζεται με μειωμένη ορμονοδεσμευτική αιμοσφαιρίνη \n(SHBG) και παράλληλα αυξημένη συγκέντρωση οιστρ αδιόλης. Επομένως, η αυξημένη \nσυγκέντρωση οιστρογόνων στον οργανισμό αυξάνει τις φλεγμονώδεις καταστάσεις της \nενδομητρίωσης καθώς διεγείρει προσταγλανδίνες (Seli et al , 2003). Όσον αφορά τα \nοιστρογόνα, η ενδογενής παραγωγή τους αυξάνεται επίσης από την πρό σληψη ζωικών λιπών, \nόπως το παλμιτικό οξύ. Το σίδηρο τείνει να αυξάνει το οξειδωτικό στρες και τις φλεγμονώδεις \nκαταστάσεις, ενώ αποτελεί πιθανό ρυθμιστή της παθοφυσιολογίας της ενδομητρίωσης και ως \nαποτέλεσμα η υψηλή συγκέντρωση η οποία συναντάται στο κόκ κινο κρέας επιδεινώνει την \nνοσούσα κατάσταση (Hurrell & Egli, 2010).  \nΒασικό συστατικό της κυτταρικής επιβίωσης είναι ο σίδηρος και η ανεπάρκειά του μπορεί να \nαποτελεί παράγοντα κινδύνου για αναπαραγωγικές δυσλειτουργίες. Από μελέτη των Shu-Wing \net al., έδειξαν ότι το ευτοπικό ενδομήτριο της ενδομητρίωσης χαρακτηρίζεται για την σύνθετη \nαντίσταση στην φερρόπτωση, η οποία συμβάλλει στην εξάπλωση των κυττάρων μέσω της \nανάδρομης εμμήνου ρύσεως να εμφυτευθούν και να δημιουργηθούν ενδομητριωτικές βλάβες \nμέσα στην κοιλιακή κοιλότητα (Piecuch et al, 2022) (Shu -Wing et al, 2020). Η ανισορροπία \nτης ομοιόστασης του σιδήρου μπορεί να έχει επίδραση στην παθοφυσιολογία των \nενδομητριωτικών βλαβών με υπερφόρτωση σιδήρου και φλεγμονή. \nΗ χρήση διάφορων διατροφικών παρεμβάσεων, επομένως, ως μια μορφή θεραπείας έναντι \nστην ενδομητρίωση μπορεί να αποβεί ελπιδοφόρα (Karlsson et al, 2020). Για τις γυναίκες μια \nδιατροφή αποτελεί ένα εργαλείο με το οποίο πολεμούν τα συμπτώματα και τον πόνο αυτής της \nνόσου. Αυτή η θετική επίδραση που επιφέρει μια διατροφή οφείλει να τονίζεται στις συμβουλές \nαντιμετώπισης που δίνονται σε γυναίκες με ενδομητρίωση. \n \n \n \n \n\n37 \n \n6. Ειδικό Μέρος \n6.1. Σκοπός \nΣκοπός της παρούσας μελέτης είναι η αξιολόγηση της σχέσης  της ενδομητρίωσης με τη \nδιατροφή, καθώς και της αλληλεπίδρασής της με το γενετικό υπόβαθρο της γυναίκας. \nΣυγκεκριμένα, οι παράγοντες που επιλέχθηκαν να εξεταστούν ήταν: \n❖ ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), \n❖ οι διατροφικές συνήθειες, \n❖ το γονιδιακό προφίλ, \n❖ ο κίνδυνος υπογονιμότητας \nΕπομένως, απώτερο σκοπό αυτής της μελέτης αποτελεί η σύγκριση των δεδομένων μεταξύ \nενός πλήθους γυναικών παρόμοιας δειγματικής φύσεως, παράλληλα με την αναζήτηση \nσυσχετίσεων ανάμεσα στα διατροφικά στοιχεία, τα γονίδια από τα οποία απαρτίζ εται ο \nγυναικείος οργανισμός και του κινδύνου ενδομητρίωσης. \n6.2. Μεθοδολογία \n❖ Λέξεις – κλειδιά: ενδομητρίωση, διατροφή, γονίδια, γενετικό υπόβαθρο, επιδημιολογία, \nγονιμότητα \n❖ Φίλτρα: Το δείγμα που μελετήθηκε αποτελείται από γυναίκες, ηλικίας 20 -69 ετών, με \nέρευνες που διεξάχθηκαν σε πλαίσιο 19 ετών, από το 2004 μέχρι και το 2023. Τα άρθρα \nπου αξιολογήθηκαν έχουν δημοσιευθεί στην Αγγλική Γλώσσα. \n❖ Αριθμός Μελετών που Ανακτήθηκαν: Ένα σύνολο 13 μελετών. \n❖ Τύποι ερευνών που ζητήθηκαν: Επιλέχθηκε ένα πλήθος συστηματικών μετα-\nαναλύσεων και ανασκοπήσεων. \n❖ Κριτήρια εισαγωγής και αποκλεισμού:  \n Επιλογή ερευνών με δείγμα ανθρώπων αντί πειραματόζωων \n Επιλογή ερευνών με δείγμα cis γυναικών  \n Επιλογή ερευνών με πλήθος γυναικών που έχουν ήδη ενταχθεί στη φάση του \nέμμηνου κύκλου \n Αποφυγή ερευνών με δείγμα γυναικών στις οποίες έχει επέλθει η εμμηνόπαυση \n Αποφυγή ερευνών με απαρχαιωμένα δεδομένα του πεδίου υγείας, που \nχρονολογούνται πριν του έτους 2000 \n\n38 \n \n6.3. Πίνακες Αποτελεσμάτων \n \n6.3.1. Σχέση Ενδομητρίωσης – Γονιδίων - Διατροφής \n \nΒιβλιογραφική \nΑναφορά \n \nΕίδος μελέτης \n \nΠληθυσμός αναφοράς \n \n     Γονίδιο/α \n \n   Φαινότυπος \n  \nΔιατροφικός                                 \nπαράγοντας \n \n     Αποτελέσματα \nMasaki et al, 2007 Ασθενών-\nμαρτύρων \n138 γυναίκες (20-45 ετών)  ESR2 Rsa I Ενδομητρίωση Ισοφλαβόνες \nσόγιας \n(γενιστεΐνης \nκαι δαιδζεΐνης) \nΤα επίπεδα γενιστε ΐνης και \nδαιδζεΐνη στα ούρα συσχετίστηκαν \nαντιστρόφως με προχωρημένη \nενδομητρίωση ( P για τάση =0,01, \nOR: 0,5 (95% CI: 0,12-1,34) και P \n=0,06, OR: 1,21 (95% CI: 0,45 -\n3,27), αντίστοιχα), αλλά όχι με \nπρώιμη ενδομητρίωση  \nΒρέθηκαν αντίστροφες συσχετίσεις \nμεταξύ των ισοφλαβονών των \nούρων και της σοβαρότητας της \nενδομητρίωσης ( P για την \nτάση=0,01 για την γενιστείνη και \n0,07 για την δαιδζείνη) \nΠαρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις \nμεταξύ του πολυμορφισμού ESR2 \nRsa I και των επιπέδων γενιστείνης \nσε κίνδυνο προχωρημένης \nενδομητρίωσης ( P για \nαλληλεπίδραση = 0,03), ενώ δεν \nσημειώθηκε η συσχέτιση του ESR2 \nRsa I με την πρώιμη ενδομητρίωση \n\n39 \n \nXu et al, 2007 Ασθενών-\nμαρτύρων \n1.212 μόνιμες γυναίκες της \nπόλης Σαγκάης (30-69 ετών) \nπρόσφατα διαγνωσμένες με \nκαρκίνο ενδομητρίου \nMTHFR \n(rs1801133, \nrs1801131 και \nrs2274976) \nΚαρκίνος \nενδομητρίου  \nΦυλλικό οξύ \nκαι άλλα \nθρεπτικά \nσυστατικά, \nόπως η \nβιταμίνη Β6, \nΒ12, \nριβοφλαβίνη \nκαι μεθειονίνη \nΑυξημένη  \nπρόσληψη φυλλικού οξέος \nσυσχετίστηκε με μειωμένο κίνδυνο \nγια καρκίνο ενδομητρίου με \nδοσοεξαρτώμενο τρόπο  ( OR,  0,6, \n95% CI, 0,4-0,7) \nΠρόσληψη όλων των υπόλοιπων \nθρεπτικών συστατικών δεν \nσυσχετίστηκαν με κίνδυνο για \nκαρκίνο ενδομη τρίου, ανεξάρτητα \nαπό την χρήση συμπληρωμάτων \nβιταμινών. \nComstock et al, 2016 Ασθενών-\nμαρτύρων \n91 υπογόνιμες γυναίκες (21 -\n45 ετών) με φυσιολογική \nμήτρα, παρουσία \nτουλάχιστον μιας ωοθήκης \nκαι με διαφορετικούς ΔΜΣ  \n26 γυναίκες αξιολογήθηκαν \nγια παρουσία μεταβολικού \nσυνδρόμου \nΕξέταση \nέκφρασης \nσυγκεκριμένων \nγονιδίων \nΔΜΣ και \nέκφραση \nγονιδίων \nενδομητρίου σε \nυπογόνιμους \nασθενείς \nΔείκτης μάζας \nσώματος \nΤα XCL1, XCL2, HMHA1, \nS100A1, KLRC1, COTL1, \nCOL16A1, KRT7 και MFAP5 είναι \nαπορυθμισμένα κατά την διάρκεια \nτης ε μφύτευσης στο δεκτικό \nενδομήτριο των παχύσαρκων \nασθενών. Τα COL16A1, COTL1, \nHMHA1, KRCL1, XCL1 και XCL2 \nμειώθηκαν, ενώ τα KRT7, MFAP5 \nκαι S100A1 αυξήθηκαν στο \nενδομήτριο των παχύσαρκων \nασθενών \n\n40 \n \nArablou et al, 2021 Ασθενών-\nμαρτύρων \n40 ασθενείς με περιτοναική \nενδομητρίωση και 15 μη \nενδομητριωτικούς ελέγχους \nVEGF,TGF-β \nκαι MMP-9 \nΡεσβερατρόλη \nστην έκφραση \nγονιδίων σε \nστρωματικά \nκύτταρα \nενδομητρίου \nΡεσβερατρόλη Η έκφραση του γονιδίου και της \nπρωτεΐνης του  VEGF και του \nMMP-9 ήταν υψηλότερα στα \nέκτοπα ε νδομήτρια στρωματικά \nκύτταρα σε σχέση με τα ευτοπικά \nκαι τα ενδομήτρια στρωματικά \nκύτταρα ελέγχου ( P<0,02 έως < \n0,001 και P< 0,05 έως < 0,01 \nαντίστοιχα) \nΘεραπεία με ρεσβερατρόλη μπορεί \nνα μειώσει την εξέλιξη της \nενδομητρίωσης μέσω της μείωσης \nτης γονιδιακή ς και πρωτεϊνικής \nέκφρασης του VEGF και του \nMMP-9 σε ευτοπικά, έκτοπα και \nενδομήτρια στρωματικά κύτταρα (P \n< 0,05 έως < 0,01 και P < 0,05 έως \n< 0,01 αντίστοιχα) και την έκφραση \nγονιδίου και πρωτεΐνης του TGF-β \nσε ευτοπικά και έκτοπα ενδομήτρια \nστρωματικά κύτταρα ( P < 0,05 έως \n< 0,01) \nHeard-Lipsmeyer et \nal, 2021 \nΤυχαιοποιημένη \nμελέτη ελέγχου \nΕνήλικα ποντίκια C57BL/6 \nγια αναπαραγωγή και τους \nγόνους τους \nΓονίδιο KLF9 \nσυν-ρυθμιστής \nυποδοχέας \nπρογεστερόνης \nΈκτοπα \nθραύσματα \nενδομητρίου \nάγριου τύπου - \nWT \nΔιατροφή \nυψηλή σε \nλιπαρά (45% \nλίπος) HFD και \nελεγχόμενη \nΗ ομάδα HFD που έφερε το γονίδιο \nKLF9 παρουσίασε μικρότερη \nπιθανότητα εμφάνισης έκτοπα \nθραύσματα ενδομητρίου WT (1.2 \n\n41 \n \nδιατροφή (17% \nλίπος) CD \n+/- 0.2, P=0.007) συγκριτικά με την \nομάδα CD. \nΣτην ομάδα CD η πιθανότητα \nεμφάνισης έκτοπ ων θραυσμάτων \nενδομητρίου WT ήταν μεγαλύτερη \n(2.1 +/- 0.4, P=0.007) σε σύγκριση \nμε την ομάδα HFD. \nΠίνακας 1: Σχέση Ενδομητρίωσης-Γονιδίων-Διατροφής \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n\n42 \n \n6.3.2. Σχέση Ενδομητρίωσης - Διατροφής \n \nSantanam et al, 2013 Τυχαιοποιημένη \nμελέτη ελέγχου \n59 γυναίκες με πυελικό \nάλγος και ιστορικό \nενδομητρίωσης ή \nυπογονιμότητας (19-41 \nετών)  \n           - Λήψη \nαντιοξειδωτικών \nβιταμινών στην \nμείωση των \nσυμπτωμάτων της \nενδομητρίωσης \nκαι των επιπέδων \nφλεγμονωδών \nδεικτών \n(RANTES, IL-6, \nMCP-1) σε \nγυναίκες με \nενδομητρίωση \nΒιταμίνη Ε, \nβιταμίνη C \nΥπήρχε σημαντική μείωση \nστα επίπεδα των RANTES \n(P≤  0,002), IL-6 (P ≤ \n0,05) και MCP-1 (P ≤ \n0,01) μετά από 8 \nεβδομάδες συμπλήρωσης \nαντιοξειδωτικών \nβιταμινών. Επίσης, είχαν \nμείωση χρόνιου πυελικού \nπόνου στις γυναίκες με \nενδομητρίωση \nParazzini et al, 2004 Περίπτωση \nελέγχου \n504 γυναίκες με διάγνωση \nενδομητρίωσης (20-65 ετών) \n             - Σχέση μεταξύ \nδιατροφής και \nκίνδυνος πυελικής \nενδομητρίωσης \nΠρόσληψη όλων \nτων ειδών  \nτροφίμων/ \nεβδομάδα \nΗ υψηλή πρόσληψη \nπράσινων \nλαχανικών(OR=0,3) και \nφρέσκων φρούτων \n(OR=0,6) είχε σημαντική \nμείωση του κινδύνου \nενδομητρίωσης, ενώ \nαυξημένος κίνδυνος στην \nυψηλή κατανάλωση \nβόειου και κόκκινου \nκρέατος (OR=2) και \nζαμπόν (OR-1,8) \nArab et al, 2022 Μελέτες \nκοορτής και \nΣυνολικό μέγεθος δείγματος \n156-116.607 (>18 ετών) \n            - Συσχέτιση μεταξύ \nτης διατροφής, \nθρεπτικών \nΓαλακτοκομικά \nπροϊόντα, κόκκινο \nΗ υψηλή κατανάλωση \nγαλακτοκομικών \nπροϊόντων συσχετίστηκε \n\n43 \n \nπερίπτωσης \nελέγχου \nσυστατικών και \nτου κινδύνου \nενδομητρίωσης \nκρέας και λιπαρά \nοξέα \nμε μειωμένο κίνδυνο \nενδομητρίωσης (RR 0,90, \nP < 0,001), ενώ ο \nαυξημένος κίνδυνος \nενδομητρίωσης \nσυσχετίστηκε με την \nυψηλή κατανάλωση \nκόκκινου κρέατος (RR \n1,17, P < 0,001), trans \nλιπαρών οξέων (RR 1,12, \nP < 0,019) και \nκορεσμένων λιπαρών \nοξέων (RR 1,06, P < \n0,001) \nMissmer et al., 2010 Τυχαιοποιημένη \nΜελέτη Ελέγχου \n116.607 εγγεγραμμένες \nνοσοκόμες, ηλικίας 25 έως \n42 ετών και διαμένοντες σε \nμία από 14 πολιτείες των \nΗΠΑ. \n \nΤα δεδομένα λήφθηκαν από \nτην μελέτη Nurse’s Health \nStudy κοορτή, από τον \nΣεπτέμβριο 1989 μέχρι και \nτην 1η Ιουνίου 2001. \n- Συσχέτιση μεταξύ \nπρόσληψης \nδιατροφικού \nλίπους και \nκινδύνου \nανάπτυξης \nενδομητρίωσης. \nΔιατροφικό λίπος \nπου συναντάται \nστα τρόφιμα ή \nπροστίθεται κατά \nτη διάρκεια \nμαγειρέματος και \nεπεξεργασίας \nτους. \nΔεν βρέθηκε συσχέτιση \nμεταξύ της συνολικής \nπρόσληψης λίπους και \nαύξησης πιθανότητας \nενδομητρίωσης.  \n \nΩστόσο, γυναίκες με \nαυξημένη πρόσληψη \nζωικού λίπους εμφάνισαν \nπερίπου 22% μεγαλύτερη \nπιθανότητα ανάπτυξης \nενδομητρίωσης \n[(Pt)=0,06]. \nΤο ίδιο αποδείχθηκε και \nγια το παλμιτικό οξύ. \n \nΑντίθετα, κατανάλωση \nκορεσμένων και \n\n44 \n \nμονοακόρεστων λιπαρών \nοξέων, παρότι βασικά \nσυστατικά του ζωικού \nλίπους, δεν παρουσίασαν \nκάποια συσχέτιση. \nTrabert et al., 2012 Τυχαιοποιημένη \nΜελέτη Ελέγχου \nΈνα σύνολο 284 γυναικών \nηλικίας 18 -49 ετών που \nδιαγνώστηκαν με \nενδομητρίωση, χειρουργικά \nαπό το 1996-2001. \n \nΣτην ομάδα ελέγχου, \nεπιλέχθηκαν τυχαία 660 \nγυναίκες που ανήκαν στο \nίδιο ηλικιακό και φυλετικό \nπλαίσιο. \n- Συσχέτιση της \nδιατροφής με το \nρίσκο ανάπτυξης \nενδομητρίωσης, \nμέσω της \nεπίδρασής της στα \nεπίπεδα της \nστεροειδής \nορμόνης. \nΔιατροφή \nβασισμένη σε \nφυτικά προϊόντα, \nυψηλή σε φυτικές \nίνες και λιπαρά \nοξέα. \nΗ αυξημένη συνολική \nπρόσληψη λίπους \nσυσχετίζεται με μειωμένη \nπιθανότητα \nενδομητρίωσης. \n \nΕπιπλέον, γυναίκες που \nεπιλέγουν βούτυρο ή \nμαργαρίνη κατά το \nμαγείρεμα εμφάνισαν \nμειωμένο ρίσκο \nενδομητρίωσης. \n \nΑυξημένη πρόσληψη β -\nκαροτίνης (P=0,16), όπως \nκαι φρούτων (P=0,04), \nπαρουσίασαν αυξημένη \nπιθανότητα ασθένειας. \n \nΔεν φάνηκε κάποια άλλη \nσυσχέτιση μεταξύ \nμακροθρεπτικών και \nμικροθρεπτικών \nσυστατικών και της \nενδομητρίωσης. \nΠίνακας 2: Σχέση Ενδομητρίωσης-Διατροφή \n\n45 \n \n6.3.3. Σχέση Ενδομητρίωσης - Γονιδίων \n \nUno et al, 2010 Τυχαιοποιημένη \nΜελέτη Ελέγχου \n1.907 γυναίκες από την \nΙαπωνία που πάσχουν από \nενδομητρίωση και 5.292 \nγυναίκες που ανήκουν σε \nομάδα ελέγχου \nΤο SNP, rs10965235 \nπου βρέθηκε στο \nCDKN2BAS του \nχρωμοσώματος \n9p21 \nΣυσχέτιση μεταξύ \nγενετικής \nποικιλότητας \nστην περιοχή \nCDKN2BAS και \nανάπτυξης \nενδομητρίωσης σε \nπληθυσμό \nγυναικών \nΙαπωνικής \nκαταγωγής \n- Υπάρχουν παραλλαγές του \nCDKN2BAS στο \nχρωμόσωμα 9p21 που \nχαρακτηρίζονται ως τόπος \nευαισθησίας ανάπτυξης \nενδομητρίωσης για τον \nΙαπωνικό γυναικείο \nπληθυσμό \nFung et al., 2015 Τυχαιοποιημένη \nΜελέτη Ελέγχου \n102 γυναίκες Ευρωπαϊκής \nκαταγωγής που παρείχαν \nδείγματα αίματος και \nενδομητριακού ιστού από \nτο Royal Women’s \nHospital της Μελβούρνης. \n \nΜόνο \nπροεμμηνοπαυσιακές \nγυναίκες ελεύθερες από \nκάποιο είδος ορμονικής \nθεραπείας \nΜονονουκλεοτιδικοί \nπολυμορφισμοί \n(SNPs) που \nεμφανίζουν ισχυρή \nσυσχέτιση με \nπαρουσία \nενδομητρίωσης στην \nπεριοχή του γονιδίου \nκαρκίνου του \nμαστού 1 (GREB1) \nΣυσχέτιση \nδιάφορων \nπαραλλαγών του \nDNA \nρυθμιζόμενοι από \nτην ανάπτυξη από \nτα οιστρογόνα \nστην περιοχή \nGREB1 με τον \nκίνδυνο αύξησης \nανάπτυξης της \nενδομητρίωσης \nστης γυναίκες \n- Μελέτη 51 κοινών \nγονότυπων  και 11 \nπαραλλαγών \nκωδικοποίησης, εντός της \nπεριοχής του γονιδίου \nGREB1, σε ένα σύνολο 2594 \nπεριπτώσεων και 4496 από \nομάδα ελέγχου Ευρωπαϊκής \nπροέλευσης. \n \n16 SNPs και 3 παραλλαγές \nκωδικοποίησης \nπαρουσίασαν σημαντική \nσυσχέτιση (P<0,05) με τον \nκίνδυνο ενδομητρίωσης. \n \nΤο SNP rs2304402 \nπαρουσίασε την ισχυρότερη \n\n46 \n \nσυσχέτιση εντός του \nγονιδίου GREB1. \nSzczepanska et al, \n2015 \nΑσθενών-\nμαρτύρων \n154 υπογόνιμες γυναίκες \nμε ενδομητρίωση, 347 \nγυναίκες μάρτυρες με \nφυσιολογική γονιμότητα  \n(ηλικίας 20 -42 και όλες \nΚαυκάσιας πολωνικής \nκαταγωγής) \nRXRA (rs10881578  \nκαι rs10776909 και \nrs2298849), GC \n(rs1155563 και \nrs2298849 και \nrs7041), VDR BSM \nI ( rs1544410) και \nFok I (rs2228570) \nΣτειρότητα \nενδομητρίωσης \n          - Καμία συσχέτιση μεταξύ των \nGC, RXRA και VDR SNP \nκαι της υπογόνιμης \nενδομητρίωσης \nΣυσχέτιση με απλότυπο A-T \nVDR και την υπογόνιμη \nενδομητρίωση \n[OR=1.659[1.122-2.453], \nP=0,011] \nΠίνακας 3: Σχέση Ενδομητρίωσης-Γονιδίων \n  \n\n47 \n \n6.4. Ανάλυση Αποτελεσμάτων \n6.4.1. Σχέση Ενδομητρίωσης – Γονιδίων - Διατροφής \nΟι μελέτες που αναφέρονται στον πίνακα συνδυάζουν την σχέση μεταξύ της ενδομητρίωσης \nκαι είτε της διατροφικής πρόσληψης, είτε των γονιδίων είτε και του συνδυασμού αυτών. Στην \nπρώτη μελέτη, Masaki et al, 2007, συμμετείχαν 138 γυναίκες ηλικίας 20-45 ετών. Το γονίδιο \nπου μελετήθηκε ήταν το ESR2 Rsa I. Ο σκοπός αυτής της μελέτης, ήταν η εξέταση \nσυσχέτισης μεταξύ της πρόσληψης ισοφλαβίνης  σόγιας, των πολυμορφισμών του γονιδίου \nτου υποδοχέα οιστρογόνου 2 ( ESR2) και του κινδύνου ενδομητρίωσης. Επιπλέον, \nεξετάστηκαν και τα επίπεδα της γενιστεΐνης και της δαϊσδείνης στα ούρα. Τελικά, βρέθηκε \nότι τα επίπεδα γενιστεΐνης και δαϊδζεΐνης στα ούρα σ υσχετίστηκαν αντιστρόφως με \nπροχωρημένη ενδομητρίωση (P για τάση =0,01, OR: 0,5 (95% CI: 0,12-1,34) και P =0,06, \nOR: 1,21 (95% CI: 0,45 -3,27), αντίστοιχα, αλλά όχι με πρώιμη ενδομητρίωση. Ακόμα, \nπαρατηρήθηκαν αντίστροφες συσχετίσεις μεταξύ των ισοφλαβονών των ούρων και της \nσοβαρότητας της ενδομητρίωσης (P για την τάση=0,01 για την γενιστεΐνης και 0,07 για την \nδαϊδζεΐνης). Τέλος, βρέθηκε ότι υπήρχαν αλληλεπιδράσεις μεταξύ του πολυμορφισμού ESR2 \nRsa I και των επιπέδων γενιστεΐνης σε κίνδυνο προχωρημένης ενδομ ητρίωσης (P για \nαλληλεπίδραση = 0,03), ενώ δεν σημειώθηκε η συσχέτιση του ESR2 Rsa I με την πρώιμη \nενδομητρίωση. \nΕπιπρόσθετα, σε μελέτη των Xu et al, 2007, συμμετείχαν 1.212 μόνιμες γυναίκες της πόλης \nΣαγκάης, οι οποίες ήταν 30 -69 ετών και ήταν πρόσφατα δι αγνωσμένες με καρκίνο του \nενδομητρίου. Ο στόχος της μελέτης, ήταν η εξέταση των επιδράσεων της πρόσληψης \nφυλλικού οξέος, άλλων θρεπτικών συστατικών και οι γονότυποι του MTHFR σχετικά με τον \nκίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου. Τα γονίδια που χρησιμοποιήθηκαν ήταν το MTHFR \n(rs1801133, rs1801131 και rs2274976). Τελικά, παρατηρήθηκε ότι η αυξημένη πρόσληψη \nφυλλικού οξέος συσχετίστηκε με μειωμένο κίνδυνο για καρκίνο ενδομητρίου με \nδοσοεξαρτώμενο τρόπο (OR, 0,6, 95% CI, 0,4-0,7). Η πρόσληψη των υπόλοιπων θρεπτικών \nσυστατικών δεν συσχετίστηκαν με κίνδυνο για καρκίνο ε νδομητρίου, ανεξάρτητα από την \nχρήση συμπληρωμάτων βιταμινών. \nΕπίσης, σε άλλη μελέτη των Comstock et al, 2016, συμμετείχαν 91 υπογόνιμες γυναίκες 21- \n45 ετών με φυσιολογική μήτρα, παρουσία τουλάχιστον μι ας ωοθήκης και με διαφορετικούς \nΔΜΣ και παράλληλα 26 γυναίκες αξιολογήθηκαν για παρουσία μεταβολικού συνδρόμου. Ο \nστόχος της συγκεκριμένης μελέτης, ήταν η αξιολόγηση του ΔΜΣ και την έκφραση γονιδίων \nστο ενδομήτριο σε υπογόνιμους ασθενείς. Συμπερασματικά, β ρέθηκε ότι τα XCL1, XCL2, \n\n48 \n \nHMHA1, S100A1, KLRC1, COTL1, COL16A1, KRT7 και MFAP5 είναι απορυθμισμένα \nκατά την διάρκεια της εμφύτευσης στο δεκτικό ενδομήτριο των παχύσαρκων ασθενών. Τα \nCOL16A1, COTL1, HMHA1, KRCL1, XCL1 και XCL2 μειώθηκαν, ενώ τα KRT7, MFAP5 \nκαι S100A1 αυξήθηκαν στο ενδομήτριο των παχύσαρκων ασθενών.  \nΣτο άρθρο των Arablou et al, 2021, πήραν μέρος 40 ασθενείς με περιτοναϊκή ενδομητρίωση \nκαι 15 μη ενδομητριωτικούς ελέγχους. Ο σκοπός της ήταν, η εξέταση της ρεσβερατρόλης  \nστην έκφραση γονιδίων σε στρωματικά κύτταρα ενδομητρίου. Τα αποτέλεσματα αυτής της \nμελέτης, ήταν ότι η έκφραση του γονιδίου και της πρωτεΐνης του VEGF και του MMP-9 ήταν \nυψηλότερα στα έκτοπα ενδομήτρια στρωματικά κύτταρα σε σχέση με τα ευτοπικά και τα \nενδομήτρια στρωματικά κύτταρα ελέγχου ( P<0,02 έως < 0,001 και P< 0,05 έως < 0,01 \nαντίστοιχα). Επιπλέον, βρέθηκε ότι η θεραπεία με ρεσβερατρόλη μπορεί να μειώσει την \nεξέλιξη της ενδομητρίωσης, μέσω της μείωσης της γονιδιακής και πρωτεϊνικής έκφρασης του \nVEGF και του MMP-9 σε ευτοπικά, έκτοπα και ενδομήτρια στρωματικά κύτταρα ( P < 0,05 \nέως < 0,01 και P < 0,05 έως < 0,01 αντίστοιχα) και την έκφραση γονιδίου και πρωτεΐνης του \nTGF-β σε ευτοπικά και έκτοπα ενδομήτρια στρωματικά κύτταρα ( P < 0,05 έως < 0,01).  \nΓια τους Heard-Lipsmeyer et al., 2021, αντικείμενο μελέτης αποτέλεσαν ενήλικα ποντίκια \nέτοιμα για αναπαραγωγή μαζί με τους γόνους τους. Σκοπός της έρευνας αυτής, ήταν να \nβρεθεί εάν ο διαφορετικός γονότυπος μπορούσε να επηρεάσει την έκφραση και δράση της \nενδομητρίωσης σε διατροφή υψηλή σε λιπαρ ά. Συγκεκριμένα, μελετήθηκε η παρουσία του \nγονιδίου KLF9 σε μία ομάδα, η οποία παρουσίασε τελικά λιγότερα έκτοπα θραύσματα \nενδομητρίου WT (1.2 +/- 0.2, P=0.007) σε σύγκριση με μία ομάδα ελέγχου που ακολουθούσε \nτην διατροφή με περιεχόμενο λιπαρών σχεδόν 30% μικρότερο.  \n \n6.4.2. Σχέση Ενδομητρίωσης - Διατροφής \nΗ μελέτη των Santanam et al, 2013, είχε ως πληθυσμό 59 γυναίκες 19 -41 ετών με πυελικό \nάλγος και ιστορικό ενδομητρίωσης ή υπογονιμότητας. Ο στόχος της, ήταν η αξιολόγηση της \nλήψης αντιοξειδωτικών βιταμινών (βιταμίνη Ε και C) στην μείωση των συμπτωμάτων της \nενδομητρίωσης και των επιπέδων φλεγμονωδών δεικτών ( RANTES, IL-6, MCP-1) σε \nγυναίκες με ενδομητρίωση. Τελικά, υπήρχε σημαντική μείωση στ α επίπεδα των RANTES \n(P≤  0,002), IL-6 (P ≤ 0,05) και MCP-1 (P ≤ 0,01) μετά από 8 εβδομάδες συμπλήρωσης \nαντιοξειδωτικών βιταμινών. Ακόμα, είχαν μείωση χρόνιου πυελικού πόνου στις γυναίκες με \nενδομητρίωση. \n\n49 \n \nΕπιπλέον, η μελέτη των Parazzini et al, 2004, είχε 504 γυναίκες συμμετέχοντες με διάγνωση \nενδομητρίωσης 20-65 ετών. Συγκεκριμένα, μελέτησαν την σχέση μεταξύ της διατροφής και \nτον κίνδυνο πυελικής ενδομητρίωσης, μέσω της πρόσληψης όλων των ειδών \nτροφίμων/εβδομάδα. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης, ήταν ότι  η υψηλή πρόσληψη \nπράσινων λαχανικών (OR=0,3) και φρέσκων φρούτων ( OR=0,6) είχαν σημαντική μείωση \nτου κινδύνου ενδομητρίωσης, ενώ ο αυξημένος κίνδυνος ήταν στην υψηλή κατανάλωση \nβόειου και κόκκινου κρέατος (OR=2) και ζαμπόν (OR-1,8). \nΕπόμενη μελέτη, είναι των Arab et al, 2022, όπου καταγράφηκαν διάφορες μελέτες με \nσυνολικού μεγέθους δείγματος 156 -116.607 (>18 ετών). Ο σκοπός της, ήταν η συσχέτιση \nμεταξύ της διατροφής, θρεπτικών συστατικών και του κινδύνου ενδομητρίωσης, όπως \nγαλακτοκομικά προϊόντα, κόκκινο κρέας και λιπαρά οξέα. Το αποτέλεσμα, ήταν ότι η υψηλή \nκατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων συσχετίστηκε με μειωμένο κίνδυνο \nενδομητρίωσης (RR 0,90, P < 0,001), ενώ ο αυξημένος κίνδυνος συσχετίστηκε με την υψηλή \nκατανάλωση κόκκινου κρέατος ( RR 1,17, P < 0,001), trans λιπαρών οξέων ( RR 1,12, P < \n0,019) και κορεσμένων λιπαρών οξέων (RR 1,06, P < 0,001). \nΟι Missmer et al., 2010, ανέλυσαν δεδομένα αξίας 12 χρόνων ώστε να βρεθεί η σχέση μεταξύ \nτης πρόσληψης διατροφικού λίπους και του κινδύνου ανάπτυξης ενδομητρίωσης. Δόθηκαν \nερωτηματολόγια ιατρικού ιστορικού και συχνότητας πρόσληψης περισσότερων από 130  \nτροφών σε ένα σύνολο 116.607 γυναικών, οι οποίες αρχικά ρωτήθηκαν εάν έχουν διαγνωσθεί \nμε ενδομητρίωση μετά από λαπαροσκοπική εξέταση. Μελετήθηκε επίσης, η πιθανότητα \nυπογονιμότητας, καθώς συνδέεται  άμεσα με την ενδομητρίωση. Κάθε είδος λίπους \nαναλύθηκε ξεχωριστά, ενώ η σωματική άσκηση, το αλκοόλ, η καφεΐνη και το κάπνισμα δεν \nέλαβαν σημαντικό ρόλο. Η συνολική πρόσληψη λίπους δεν εμφάνισε σημαντική συσχέτιση \nμε κίνδυνο ενδομητρίωσης, αλλά οι γυναίκες με υψηλή πρόσληψη ωμέγα -3 λιπαρών οξέων \nμακράς αλυσίδας παρουσίασαν μικρότερη πιθανότητα ανάπτυξης της κατά 22% [(Pt)=0,03]. \nΑπό την άλλη, η αυξημένη πρόσληψη trans-ακόρεστων λιπαρών οξέων εμφάνισε 48% \nπερισσότερες πιθανότητες ανάπτυξης ενδομητρίωσης. \nΟι Trabert et al., 2012, μελέτησαν τη συσχέτιση που παρουσίασε το κάθε είδος διατροφής με \nτον κίνδυνο ανάπτυξης ενδομητρίωσης. Διότι η σχέση μεταξύ διατροφής και ενδομητρίωσης \nδεν εμφανίζει ακριβές χαρακτηρισμό, παρατηρείται ο τρόπος που επηρεάζονται τα επίπεδα \nτης στεροειδής ορμό νης. Ένα σύνολο 944 γυναικών που χωρίστηκαν σε περιπτώσεις \nασθένειας και ομάδα ελέγχου ηλικίας 18 -49 ετών, κλήθηκε να απαντήσει σε ένα \nερωτηματολόγιο για το ιατρικό ιστορικό, τον χώρο εργασίας, κάπνισμα, χρήση ορμονών και \n\n50 \n \nλήψη αλκοόλ. Παρατηρήθηκε, ότι το μεγαλύτερο σύνολο γυναικών στην ομάδα ελέγχου είχε \nεισόδημα μεγαλύτερο των 70.000 δολαρίων, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό των περιπτώσεων \nασθένειας έκαναν κατάχρηση καπνού και αλκοόλ.  Τα αποτελέσματα έδειξαν αυξημένη \nσυσχέτιση της ασθένειας με διατροφή υψηλή σε trans-λιπαρά οξέα και μειωμένη συσχέτιση \nμε φυτική διατροφή με βασική εξαίρεση την αυξημένη πρόσληψη φρούτων μέσα στη μέρα. \n \n6.4.3. Σχέση Ενδομητρίωσης - Γονιδίων \nΣτην έρευνα τον Uno et al., 2010, η οποία διεξήχθη σε πληθυσμό γυναικών από την Ιαπωνία \nαποκλειστικά, μελετήθηκε ο αριθμός των γενετικών περιοχών που επηρεάζουν την ανάπτυξη \nενδομητρίωσης, που αντιστοιχούν σε ένα συγκεκριμένο τόπο του γονιδίου CDKN2BAS. \nΤελικά, κατάφεραν να αναγνωρισθούν ποικίλες γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με την \nανάπτυξη της ενδομητρίωσης στον Ιαπωνικό γυναικείο πληθυσμό, με ένα από τα βασικότερα \nνα είναι το ESR1 στο χρωμόσωμα 6q25.1. \nΟι Fung et al., 2015, είχαν σκοπό να μελετήσουν τη σχέση των διάφορων παραλλαγών SNP \nκαι τον ρόλο του γονιδίου GREB1 στον κίνδυνο ανάπτυξης ενδομητρίωσης. Αξιολογήθηκε, \nεπίσης, ο ρόλος της γενετικής ποικιλομορφίας εντός της περιοχής κωδικοποίησης του \nγονιδίου GREB1 στο γονίδιο 2p25.1. Συμμετείχαν συνολικά 102 γυναίκες Ευρωπαϊκής \nκαταγωγής, οι οποίες έλαβαν ερωτηματολόγια με ένα πλήθος ερωτήσεων για την λήψη του \nαναλυτικού ιατρικού ιστορικού. Κατά την έρευνα, στο φυσιολογικό ανθρώπινο ενδομήτριο, \nη έκφραση της πρωτεΐνης GREB1 μεταβαλλόταν ανάλογα το στάδιο του κύκλου στο οποίο \nβρισκόταν η γυναίκα καθώς και τον κυτταρικό τύπο. Στα αποτελέσματα, βρέθηκε ένας \nαριθμός SNPs να παρουσιάζει ισχυρότερη συσχέτιση με τον κίνδυνο ενδομητρίωσης ( 0,004 \n< P < 0,032 ) αντί του αρχικού SNP (rs13394619) που είχε βρεθεί (  P = 0,034). Μάλιστα, \nορισμένα από αυτά φάνηκε να έχουν λειτουργικό ρόλο, όπως αλληλεπίδραση με μοτίβα \nπαραγόντων μεταγραφής. Η μελέτη αυτή εμπλέκει εκτενώς την περιοχή GREB1 στο \nχρωμόσωμα 2p25.1, όπως και το γονίδιο αυτό με τον κίνδυνο εμφάνισης ενδομητρίωσης.  \nΣτη μελέτη των Szczepanska et al, 2015, συμμετείχαν 154 γυναίκες με υπογονιμότητα και \nενδομητρίωση και 347 γυναίκες – μάρτυρες με φυσιολογική γονιμότητα ηλικίας 20 -42 \nκαυκάσιας Πολωνικής καταγωγής. Ο σκοπός της μελέτης αυτής, ήταν εάν οι παραλλαγές των \nγονιδίων RXRA, GC και VDR μπορούν να είναι γενετικοί παράγοντες κινδύνου στειρότητας \nπου σχετίζονται με την ενδομητρίωση. Για τον σκοπό αυτό επιλέχθηκαν οκτώ SNPs αυτών \nτων γονιδίων. Τα γονίδια που μελετήθηκαν, ήταν το RXRA (rs10881578 και rs10776909 και \n\n51 \n \nrs2298849), το GC (rs1155563 και rs2298849 και rs7041), το VDR BSM I (rs1544410) και \nτο Fok I (rs2228570).  Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, δεν παρατηρήθηκε καμία \nσυσχέτιση μ εταξύ των GC, RXRA και VDR SNP και της υπογόνιμης ενδομητρίωσης. \nΩστόσο, υπήρχε συσχέτιση με τον απλότυπο A-T VDR και την υπογόνιμη ενδομητρίωση \n[OR=1.659[1.122-2.453], P=0,011]. Ακόμα, παρατηρήθηκαν συνδυασμοί πολυμορφισμών \nγια τα GC rs7041, rs2298849 και VDR rs22\n\n52 \n \n \n7. Συμπεράσματα \nΗ διατροφή αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την προαγωγή της υγείας και την πρόληψη \nκαι αντιμετώπιση ποικίλων νόσων. Κάθε οργανική ή ανόργανη ουσία που αξιοποιείται από \nτον οργανισμό για τη θρέψη του απαρτίζει την τροφή . Επομένως, είναι απαραίτητο να \nεπιτευχθεί η βέλτιστη ποιότητα και ποικιλότητα για τη διατήρηση ενός αυξημένου επιπέδου \nυγείας στον ευρύτερο πληθυσμό. Τα οφέλη αυτά της διατροφής, επικυρώνονται καθημερινά \nαπό την κυρίαρχη ευημερία στη ζωή των ανθρώπων έναντι των ασθενειών. \nΆλλωστε η ενδομητρίωση ορίζεται ως μια πολυπαραγοντική νόσος που συναντάται κυρίως \nσε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και η διάγνωση της οποίας βαίνει ακόμη και σήμερα \nδύσκολη. Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη γονιμότητα και φέρει άμεσο σύνδεσμο μεταξύ \nαυτής και της διατροφής, όπως και προαναφέρθηκε. Ειδικότερα, σε διαταραγμένες \nδιατροφικές συνήθειες, οι αυξημένες συγκεντρώσεις και δυσμενείς δράσεις της οιστραδιόλης \nκαι λεπτίνης πυροδοτούν τη φλεγμονή και πρόοδο της ενδομητρίωσης. Ένας αυξ ημένος \nαριθμός ερευνών υποδεικνύει τη Μεσογειακή Διατροφή ως το κατάλληλο πρότυπο \nδιατροφής. Από την άλλη, τα συμπληρώματα διατροφής διχάζουν τις απόψεις και αφήνουν \nπολλά αναπάντητα ερωτήματα με τις ευεργετικές και μη δράσεις τους. \nΑξιοσημείωτη ορίζεται κ αι η δράση των βιταμινών στην ενδομητρίωση. Λειτουργώντας \nσυνεργατικά μπορούν να μειώσουν τα συμπτώματα και την πιθανότητα εμφάνισης της \nενδομητρίωσης, ενώ οι βιταμίνες C και E χάρις στις αντιοξειδωτικές τους ιδιότητες \nσυμβάλλουν στην ρύθμιση της οξειδωτικ ής βλάβης που προκύπτει και επομένως του \nοξειδωτικού στρες. Εξίσου σημαντική χαρακτηρίζεται και η δράση των ορμονών, με της \nπρογεστερόνης και του οιστρογόνου να επιβάλλονται. Αυτό συμβαίνει καθώς ρυθμίζουν την \nανάπτυξη του ενδομητρίου και τη σωστή ρύθμιση του εμμηνορροϊκού κύκλου. Ωστόσο, όταν \nχάνεται η ισορροπία της σηματοδότησης στο επιθήλιο, χάνεται και η δυνατότητα διατήρησης \nτης υγείας της μήτρας οδηγώντας στην ενδομητρίωση. \nΑπό διάφορες αναφορές, κυρίως από επιστημονικά άρθρα ερευνών που έχουν διεξαχθεί στον \nχώρο της υγείας, ο καρκίνος του ενδομητρίου αποτελεί την πιο συχνή μορφή καρκίνου που \nσυναντάται στις γυναίκες. Οφείλεται σε περίσσεια οιστρογόνων ή έλλειψη προγεστερόνης, \nενώ η ενδομητρίωση δύναται να αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισής του. Γενετικά , βασικό \nπαράγοντα κινδύνου παρουσίας καρκίνου του ενδομητρίου, αποτελεί το σύνδρομο του \n\n53 \n \nLynch. Αποτελεί σύνδρομο καρκίνου με αυτοσωμικά επικρατής κληρονομικότητα. \nΠαρουσιάζεται στα μέλη της οικογένειας από μικρή ηλικία, επηρεάζοντας σε μεγαλύτερο \nβαθμό άτομα με χαμηλό δείκτη μάζα σώματος. Επιπλέον, άτομα που ακολουθούν διατροφή \nυψηλή σε λιπαρά οξέα και εμφανίζουν αυξημένο σωματικό βάρος τείνουν να έχουν \nμεγαλύτερο κίνδυνο παρουσίας καρκίνου. Για ακόμη μια φορά, η μεσογειακή διατροφή και \nεπαρκής πρόσληψη βιταμίνης C δρουν ευεργετικά έναντι του. \nΗ ενδομητρίωση αποτελεί ασθένεια , η παθογένεση της οποίας δεν θεωρείται σαφής. \nΧαρακτηρίζεται ως πολυγονιδιακή νόσος, ωστόσο ως κύριο αίτιο εμφάνισής της έχει βρεθεί \nη ανάδρομη έμμηνος ρύση. Παρόλα αυτά, σε γενετικό ε πίπεδο παρατηρείται άμεση \nσυσχέτιση της ενδομητρίωσης, με ορισμένους πολυμορφισμούς σε νουκλεοτίδια να \nπραγματοποιούν τη σύνδεση. Συγκεκριμένα, 4 ήταν τα γονίδια που εμφάνισαν βέλτιστη \nσυσχέτιση με τη νόσο τα οποία ονομάζονται ESR2, CYP19A1, TP53 και Ν -\nακετυλοτρανσαφεράση 2 (NAT2). Η ενδομητρίωση διαγιγνώσκεται κατά μέσο όρο στα 20 \nέτη ολοκληρώνοντας τον κύκλο της μέχρι και την εμμηνόπαυση, διαρκώντας για \nπερισσότερο από 10 χρόνια. \nΣυνοψίζοντας, η ενδομητρίωση παραμένει ακόμα μια νόσος αγνώστου ακρ ιβής αιτίας. \nΕπηρεάζεται από γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες με τη διατροφή να αποτελεί \nτον βασικότερο. Εντούτοις, κρίνεται απαραίτητη η διαρκής έρευνα της νόσου, ώστε να \nθεσπιστεί το κύριο αίτιο για τη πιο αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπισ ή της. \nΠαράλληλα, κρίνεται σκόπιμη η συνεργασία των πολλαπλών φορέων υγείας, ώστε η \nενδομητρίωση να αποτελεί πλέον θέμα μέγιστης αξίας. \n \n \n \n \n \n \n \n \n \n\n54 \n \nΒιβλιογραφία \nΕικόνα Εξωφύλλου:  Απεικόνιση Ενδομητρίωσης σε Ζωγραφιά. Επεξεργασμένη από \nΤσάβου Ελένη -Άννα. Έμπνευση της εικόνας λήφθηκε από Endometriose-Vereinigung \nDeutschland e.V , διαθέσιμη στο https://www.endometriose-vereinigung.de/what-is-\nendometriosis/. Τελευταία Ανάκτηση: 17 Οκτωβρίου 2024 \n• Abdul Karim, A. K., Shafiee, M. N., Abd Aziz, N. H., Omar, M. H., Abdul Ghani, N. A., \nLim, P. S., Md Zin, R. R., & Mokhtar, N. (2019). Reviewing the role of progesterone \ntherapy in endometriosis. Gynecological endocrinology : the official journal of the \nInternational Society of Gynecological Endocrinology, 35(1), 10–16. \nhttps://doi.org/10.1080/09513590.2018.1490404 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/30044157/ . Τελευταία Ανάκτηση: 2 Μαρτίου 2024 \n• Abizaid A. (2019). Stress and obesity: The ghrelin connection. Journal of \nneuroendocrinology, 31(7), e12693. https://doi.org/10.1111/jne.12693 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/30714236/ . Τελευταία Ανάκτηση: 7 Μαρτίου 2024 \n• Abramiuk, M., Mertowska, P., Frankowska, K., Świechowska -Starek, P., Satora, M., \nPolak, G., Dymanowska-Dyjak, I., & Grywalska, E. (2024). How Can Selected Dietary \nIngredients Influence the Development and Progression of \nEndometriosis?. Nutrients, 16(1), 154. https://doi.org/10.3390/nu16010154. Τελευταία \nΑνάκτηση: 14 Απριλίου 2024 \n• Amini, L., Chekini, R., Nateghi, M. R., Haghani, H., Jamialahmadi, T., Sathyapalan, T., \n& Sahebkar, A. (2021). The Effect of Combined Vitamin C and Vitamin E \nSupplementation on Oxidative Stress Markers in Women with Endometriosis : A \nRandomized, Triple -Blind Placebo -Controlled Clinical Trial.  Pain research & \nmanagement, 2021, 5529741. https://doi.org/10.1155/2021/5529741. Τελευταία \nΑνάκτηση: 12 Μαρτίου 2024 \n• Amreen, S., Kumar, P., Gupta, P., & Rao, P. (2019). Evaluation of Oxidative Stress and \nSeverity of Endometriosis. Journal of human reproductive sciences, 12(1), 40–46. \nhttps://doi.org/10.4103/jhrs.JHRS_27_17 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/31007466/ .  \nΤελευταία Ανάκτηση: 15 Μαρτίου 2024 \n• Anagnostis, P., Karras, S., & Goulis, D. G. (2013). Vitamin D in human reproduction: a \nnarrative review. International journal of clinical practice, 67(3), 225–235. \n\n55 \n \nhttps://doi.org/10.1111/ijcp.12031 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23294318/ . \nΤελευταία Ανάκτηση: 8 Μαρτίου 2024 \n• Andersson, A. M., & Skakkebaek, N. E. (1999). Exposure to exogenous estrogens in \nfood: possible impact on human development and health. European journal of \nendocrinology, 140(6), 477–485. https://doi.org/10.1530/eje.0.1400477 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/10366402/ . Τελευταία Ανάκτηση: 7 Απριλίου 2024 \n• Arab, A., Karimi, E., Vingrys, K., Kelishadi, M. R., Mehrabani, S., & Askari, G. (2022). \nFood groups and nutrients consumption and risk of endometriosis: a systematic review \nand meta -analysis of observational studies. Nutrition  journal, 21(1), 58. \nhttps://doi.org/10.1186/s12937-022-00812-x. \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/36138433/ . Τελευταία Ανάκτηση: 7 Απριλίου 2024 \n• Bandera, E. V ., Kushi, L. H., Moore, D. F., Gifkins, D. M., & McCullough, M. L. (2007). \nConsumption of animal foods and endometrial cancer risk: a systematic literature review \nand meta -analysis. Cancer causes & control : CCC,  18(9), 967–988. \nhttps://doi.org/10.1007/s10552-007-9038-0. Τελευταία Ανάκτηση: 25 Φεβρουαρίου 2024 \n•  Bandera, E. V ., Kushi, L. H., Moore, D. F., Gifkins, D. M., & McCullough, M. L. (2007). \nDietary lipids and endometrial cancer: the current epidemiologic evidence. Cancer causes \n& control : CCC, 18(7), 687–703. https://doi.org/10.1007/s10552-007-9021-9. Τελευταία \nΑνάκτηση: 25 Φεβρουαρίου 2024 \n• Baranova, H., Canis, M., Ivaschenko, T., Albuisson, E., Bothorishvilli, R., Baranov, V ., \nMalet, P., & Bruhat, M. A. (1999). Possible involvement of arylamine N -\nacetyltransferase 2, glutathione S -transferases M1 and  T1 genes in the development of \nendometriosis. Molecular human reproduction, 5(7), 636–641. \nhttps://doi.org/10.1093/molehr/5.7.636 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/10381818/ . \nΤελευταία Ανάκτηση: 5 Απριλίου 2024 \n• Barnard, N. D., Holtz, D. N., Schmidt, N., Kolipaka, S., Hata, E., Sutton, M., Znayenko-\nMiller, T., Hazen, N. D., Cobb, C., & Kahleova, H. (2023). Nutrition in the prevention \nand treatment  of endometriosis: A review.  Frontiers in nutrition,  10, 1089891. \nhttps://doi.org/10.3389/fnut.2023.1089891. Τελευταία Ανάκτηση: 25 Απριλίου 2024 \n• Barra, F., Scala, C., & Ferrero, S. (2019). Elagolix  sodium for the treatment of women \nwith moderate to severe endometriosis-associated pain. Drugs of today (Barcelona, Spain \n: 1998), 55(4), 237 –246. https://doi.org/10.1358/dot.2019.55.4.2930713 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/31050692/ . Τελευταία Ανάκτηση: 3 Μαρτίου 2024 \n\n56 \n \n• Bats, A. S., Rossi, L., Le Frere-Belda, M. A., Narjoz, C., Cournou, C., Gosset, M., Ngo, \nC., Delomenie, M., Nos, C., Blons, H., Laurent-Puig, P., & Lecuru, F. (2017). Syndrome \nde Lynch et cancer de l ’endomètre [Lynch syndrome and endometrial cancer]. Bulletin \ndu cancer, 104(12), 1013–1021. https://doi.org/10.1016/j.bulcan.2017.06.018 , \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/29061399/ . Τελευταία Ανάκτηση: 19 Φεβρουαρίου \n2024 \n• Beavis, A. L., Smith, A. J., & Fader, A. N. (2016). Lifestyle changes and the risk of \ndeveloping endometrial and ovarian cancers: opportunities for prevention and \nmanagement. International journal of women's health,  8, 151–167. \nhttps://doi.org/10.2147/IJWH.S88367. Τελευταία Ανάκτηση: 21 Φεβρουαρίου 2024 \n• Béliard, A., Noël, A., & Foidart, J. M. (2004). Reduction of apoptosis and proliferation in \nendometriosis. Fertility and sterility, 82(1), 80–85. \nhttps://doi.org/10.1016/j.fertnstert.2003.11.048. Τελευταία Ανάκτηση: 18 Δεκεμβρίου \n2023 \n• Biller, L. H., Syngal, S., & Yurgelun, M. B. (2019). Recent advances in Lynch syndrome. \nFamilial cancer,  18(2), 211–219. https://doi.org/10.1007/s10689-018-00117-1 , \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/30627969/ . Τελευταία Ανάκτηση: 19 Φεβρουαρίου \n2024 \n• Bjorkman, S., & Taylor, H. S. (2019). MicroRNAs in endometriosis: biological function \nand emerging biomarker candidates†.  Biology of reproduction,  100(5), 1135 –1146. \nhttps://doi.org/10.1093/biolre/ioz014. Τελευταία Ανάκτηση: 12 Μαρτίου 2024 \n• Black, A., Guilbert, E., Co -Authors, Costescu, D., Dunn, S., Fisher, W., Kives, S., \nMirosh, M., Norman, W. V ., Pymar, H., Reid, R., Roy, G., Varto , H., Waddington, A., \nWagner, M. S., Whelan, A. M., Special Contributors, Ferguson, C., Fortin, C., Kielly, M., \n… Todd, N. (2015). Canadian Contraception Consensus (Part 2 of 4). Journal of \nobstetrics and gynaecology Canada : JOGC = Journal d'obstetrique e t gynecologie du \nCanada : JOGC, 37(11), 1033–1039. https://doi.org/10.1016/s1701-2163(16)30054-8 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/26629725/ . Τελευταία Ανάκτηση: 2 Μαρτίου 2024 \n•  Bohn. (2019). Carotenoids and Markers of Oxidative Stress in Human Observational \nStudies and Intervention Trials: Implications for Chronic Diseases.  Antioxidants, 8(6), \n179. https://doi.org/10.3390/antiox8060179. Τελευταία Ανάκτηση: 2 Απριλίου 2024 \n\n57 \n \n• Bonavina, G., & Taylor, H. S. (2022). Endometriosis -associated infertility: From \npathophysiology to tailored treatment. Frontiers in endocrinology, 13, 1020827. \nhttps://doi.org/10.3389/fendo.2022.1020827 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/36387918/, Τελευταία Ανάκτηση: 18 Φεβρουαρίου \n2024 \n• Borghese, B., Vaiman, D., de Ziegler, D., & Chapron, C. (2010). Endométriose et \ngénétique : les gènes sont-ils responsables de la maladie  ? Journal de Gynécologie \nObstétrique et Biologie de La Reproduction,  39(3), 196–207. \nhttps://doi.org/10.1016/j.jgyn.2010.03.006. Τελευταία Ανάκτηση: 12 Μαρτίου 2024 \n• Borghese, B., Zondervan, K. T., Abrão, M. S., Chapron, C., & Vaiman, D. (2016). Recent \ninsights on the genetics and epigenetics of endometriosis. Clinical Genetics, 91(2), 254–\n264. https://doi.org/10.1111/cge.12897. Τελευταία Ανάκτηση: 21 Απριλίου 2024 \n• Borghini, R., Porpora, M. G., Casale, R., Marino, M., Palmieri, E., Greco, N., Donato, G., \n& Picarelli, A. (2020). Irritable Bowel Syndrome -Like Disorders in Endometriosis: \nPrevalence of Nickel Sensitivity and Effects of a Low-Nickel Diet. An Open-Label Pilot \nStudy. Nutrients, 12(2), 341. https://doi.org/10.3390/nu12020341. Τελευταία Ανάκτηση: \n2 Απριλίου 2024 \n• Brion, F., Le Page, Y ., Piccini, B., Cardoso, O., Tong, S. K., Chung, B. C., & Kah, O. \n(2012). Screening estrogenic activities of chemicals or mixtures in vivo using transgenic \n(cyp19a1b-GFP) zebrafish embryos. PloS one, 7(5), e36069. \nhttps://doi.org/10.1371/journal.pone.0036069 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/22586461/ . Τελευταία Ανάκτηση: 2 Μαρτίου 2024 \n• Buchanan, E. M., Weinstein, L. C., & Hillson, C. (2009). Endometrial Cancer. American \nFamily Physician, 80(10), 1075–1080. \nhttps://www.aafp.org/pubs/afp/issues/2009/1115/p1075.html. Τελευταία Ανάκτηση: 12 \nΜαρτίου 2024 \n• Bulun SE, Yilmaz BD, Sison C, Miyazaki K, Bernardi L, Liu S, Kohlmeier A, Yin P, \nMilad M , Wei J . Endometriosis. Endocr Rev. 2019 Aug 1;40(4):1048 -1079. \nhttps://doi.org/10.1210/er.2018-00242  PMID: 30994890; PMCID: PMC6693056. \nΤελευταία Ανάκτηση: 2 Απριλίου 2024 \n• Bulun, S. E., Cheng, Y . H., Pavone, M. E., Xue, Q., Attar, E., Trukhacheva, E., Tokunaga, \nH., Utsunomiya, H., Yin, P., Luo, X., Lin, Z., Imir, G., Thung, S., Su, E. J., & Kim, J. J. \n(2010). Estrogen receptor -beta, estrogen receptor -alpha, and progesterone resistance in \n\n58 \n \nendometriosis. Seminars in reproductive medicine,  28(1), 36–43. \nhttps://doi.org/10.1055/s-0029-1242991. Τελευταία Ανάκτηση: 26 Φεβρουαρίου 2024 \n• Carlos, S., De La Fuente-Arrillaga, C., Bes-Rastrollo, M., Razquin, C., Rico-Campà, A., \nMartínez-González, M. A., & R uiz-Canela, M. (2018). Mediterranean Diet and Health \nOutcomes in the SUN Cohort. Nutrients, 10(4), 439. https://doi.org/10.3390/nu10040439 \n. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/29614726/ . Τελευταία Ανάκτηση; 18 Φεβρουαρίου \n2024 \n• Casper R. F. (2017). Progestin -only pills may be a better first -line treatment for \nendometriosis than combined estrogen -progestin contraceptive pills. Fertility and \nsterility, 107( 3), 533–536. https://doi.org/10.1016/j.fertnstert.2017.01.003 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/28162779/ . Τελευταία Ανάκτηση: 2 Μαρτίου 2024 \n• Cerretelli, G., Ager, A., Arends, M. J., & Frayling, I. M. (2020). Molecular pathology of \nLynch syndrome. The Journal of pathology, 250(5), 518–531. \nhttps://doi.org/10.1002/path.5422 , https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/32141610/ . \nΤελευταία Ανάκτηση: 19 Φεβρουαρίου 2024 \n• Chantalat, E., Valera, M. C., Vaysse, C., Noirrit, E., Rusidze, M., Weyl, A., Vergriete, K., \nBuscail, E., Lluel, P., Fontaine, C., Arnal, J. F., & Lenfant, F. (2020). Estrogen Receptors \nand Endometriosis.  International journal of molecular sciences,  21(8), 2815. \nhttps://doi.org/10.3390/ijms21082815. Τελευταία Ανάκτηση: 26 Φεβρουαρίου 2024 \n• Ciebiera, M., Esfandyari, S., Siblini, H., Prince, L., Elkafas, H., Wojtyła, C., Al -Hendy, \nA., & Ali, M. (2021). Nutrition in Gynecological Diseases: Current \nPerspectives. Nutrients, 13(4), 1178.                   https://doi.org/10.3390/nu13041178. \nΤελευταία Ανάκτηση: 15 Απριλίου 2024 \n• Clower, L., Fleshman, T., Geldenhuys, W. J., & Santanam, N. (2022). Targeting Oxidative \nStress Involved in Endometriosis and Its Pain.  Biomolecules, 12(8), 1055. \nhttps://doi.org/10.3390/biom12081055. Τελευταία Ανάκτηση: 12 Μαρτίου 2024 \n• Conlon, K. C., Miljkovic, M. D., & Waldmann, T. A. (2019). Cytokines in the Treatment \nof Cancer.  Journal of interferon & cytokine research : the official journal of the \nInternational Society for Interferon and Cytokine Research,  39(1), 6–21. \nhttps://doi.org/10.1089/jir.2018.0019. Τελευταία Ανάκτηση: 12 Μαρτίου 2024 \n• Cramer, D. W., & Missmer, S. A. (2002). The epidemiology of endometriosis. Annals of \nthe New York Academy of Sciences, 955, 11–406. https://doi.org/10.1111/j.1749-\n\n59 \n \n6632.2002.tb02761.x . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/11949940/ . Τελευταία \nΑνάκτηση: 4 Απριλίου 2024 \n• Danielewicz, H., Myszczyszyn, G., Dębińska, A., Myszkal, A., Boznański, A., & Hirnle, \nL. (2017). Diet in pregnancy -more than food.  European journal of pediatrics,  176(12), \n1573–1579.                                  https://doi.org/10.1007/s00431-017-3026-5. Τελευταία \nΑνάκτηση: 16 Απριλίου 2024 \n• Demaré N.,  Julia C., Bellicha A., Benallaoua M., Omar A.A., Arnault N., Benamouzig \nR., Deschasaux -Tanguy M. (2023). Dietary behaviors of individuals with Lynch \nsyndrome at high risk of colorectal cancer: Results from the AAS -lynch study, V olume \n57, Pages 197 -206, ISSN 2405 -4577, https://doi.org/10.1016/j.clnesp.2023.06.017. \nhttps://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S2405457723001614 . Τελευταία \nΑνάκτηση: 20 Φεβρουαρίου 2024 \n• Dey, S. K., Lim, H. J., Das, S. K., Reese, J., Paria, B. C., Daikoku, T., & Wang, H. (2004). \nMolecular Cues to Implantation.                 https://doi.org/10.1210/er.2003-0020. Τελευταία \nΑνάκτηση: 12 Φεβρουαρίου 2024 \n• Diaz-Vivancos, P., de Simone, A., Kiddle, G., & Foyer, C. H. (2015). Glutathione – \nlinking cell proliferation to oxidative stress.  Free Radical Biology and Medicine,  89, \n1154–1164. https://doi.org/10.1016/j.freeradbiomed.2015.09.023. Τελευταία Ανάκτηση: \n26 Φεβρουαρίου 2024 \n• 2Donnez, J., & Dolmans, M. M. (2021). Endometriosis and Medical Therapy: From \nProgestogens to Progesterone Resistance to GnRH Antagonists: A Review. Journal of \nclinical medicine, 10(5), 1085. https://doi.org/10.3390/jcm10051085 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/33807739/ . Τελευταία Ανάκτηση: 3 Μαρτίου 2024  \n• Donnez, J., & Dolmans, M. M. (2021). GnRH Antagonists with or without Add -Back \nTherapy: A New Alternative in the Management of Endometriosis?. International journal \nof molecular sciences, 22(21), 11342.  https://doi.org/10.3390/ijms222111342 \n. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/34768770/ . Τελευταία Ανάκτηση 3 Μαρτίου 2024 \n• Doseděl, M., Jirkovský, E., Macáková, K., Krčmová, L. K., Javorská, L., Pourová, J., \nMercolini, L., Remião, F., Nováková, L., Mladěnka, P., & On Behalf Of The Oemonom \n(2021). Vitamin C-Sources, Physiological Role, Kinetics, Deficiency, Use, Toxicity, and \nDetermination. Nutrients, 13(2), 615. https://doi.org/10.3390/nu13020615. Τελευταία \nΑνάκτηση: 12 Μαρτίου 2024 \n\n60 \n \n• Dunneram, Y ., Greenwood, D. C., & Cade, J. E. (2019). Diet, menopause and the risk of \novarian, endometrial and breast cancer. Proceedings of the Nutrition Society, 78(3), 438–\n448. https://doi.org/10.1017/s0029665118002884. Τελευταία Ανάκτηση: 15 Μαρτίου \n2024 \n• Eskenazi, B., & Warner, M. L. (1997). Epidemiology of endometriosis. Obstetrics and \ngynecology clinics of North America, 24(2), 235–258. https://doi.org/10.1016/s0889-\n8545(05)70302-8 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/9163765/ . Τελευταία Ανάκτηση: 4 \nΑπριλίου 2024 \n• Farland, L. V., Prescott, J., Sasamoto, N., Tobias, D. K., Gaskins, A. J., Stuart, J. J., \nCarusi, D. A., Chavarro, J. E., Horne, A. W., Rich -Edwards, J. W., & Missmer, S. A. \n(2019). Endometriosis and Risk of Adverse Pregnancy Outcomes.  Obstetrics and \ngynecology, 134(3), 527 –536. https://doi.org/10.1097/AOG.0000000000003410. \nΤελευταία Ανάκτηση: 12 Φεβρουαρίου 2024 \n• Fayez, D., Saliminejad, K., Irani, S., Kamali, K., Memariani , T., & Khorram Khorshid, \nH. R. (2018). Arylamine N -acetyltransferase 2 Polymorphisms and the Risk of \nEndometriosis. Avicenna journal of medical biotechnology, 10(3), 163–167. \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/30090210/ . Τελευταία Ανάκτηση: 5 Απριλίου 2024 \n• Feng, Y ., Wu, Y . Y ., Li, L., Luo, Z. J., Lin, Z., Zhou, Y . H., Yi, T., Lin, X. J., Zhao, Q. Y ., \n& Zhao, X. (2015). The codon 72 polymorphism of the TP53 gene and endometriosis \nrisk: a meta -analysis. Reproductive biomedicine online, 31(3), 320–326. \nhttps://doi.org/10.1016/j.rbmo.2015.05.017 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/26194887/ . Τελευταία Ανάκτηση: 5 Απριλίου 2024 \n• Filip, L., Duică, F., Prădatu, A., Crețoiu, D., Suciu, N., Crețoiu, S. M., Predescu, D. V ., \nVarlas, V . N., & V oinea, S. C. (2020). Endometriosis Associated Infertility: A Critical \nReview and Analysis on Etiopathogenesis and Therapeutic Approaches. Medicina  \n(Kaunas, Lithuania), 56(9), 460. https://doi.org/10.3390/medicina56090460. \nhttps://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC7559069/ , Τελευταία Ανάκτηση: 18 \nΦεβρουαρίου 2024 \n• Filomeno, M., Bosetti, C., Bidoli, E., Levi, F., Serraino, D., Montella, M., La Vecchia, C., \n& Tavani, A. (2015). Mediterranean diet and risk of endometrial cancer: a pooled analysis \nof three Italian case -control studies. British journal of cancer,  112(11), 1816–1821. \nhttps://doi.org/10.1038/bjc.2015.153. Τελευταία Ανάκτηση: 15 Μαρτίου 2024 \n\n61 \n \n• Fletcher, E. J., Santacruz -Márquez, R., Mourikes , V. E., Neff, A. M., Laws, M. J., & \nFlaws, J. A. (2022). Effects of Phthalate Mixtures on Ovarian Folliculogenesis and \nSteroidogenesis. https://doi.org/10.3390/toxics10050251. Τελευταία Ανάκτηση: 19 \nΦεβρουαρίου 2024 \n• Fung, J. N., Holdsworth-Carson, S. J., Sapkota, Y ., Zhao, Z. Z., Jones, L., Girling, J. E., \nPaiva, P., Healey, M., Nyholt, D. R., Rogers, P. A., & Montgomery, G. W. (2015). \nFunctional evaluation of genetic variants associated with endometr iosis near GREB1. \nHuman reproduction (Oxford, England), 30(5), 1263–1275. \nhttps://doi.org/10.1093/humrep/dev051 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/25788566/ . \nΤελευταία Ανάκτηση: 4 Απριλίου 2024 \n• Geng, R., Huang, X., Li, L., Guo, X., Wang, Q., Zheng, Y ., & Guo, X. (2022). Gene \nexpression analysis in endometriosis: Immunopathology insights, transcription factors \nand therapeutic targets.  Frontiers in immunology,  13, 1037504. \nhttps://doi.org/10.3389/fimmu.2022.1037504. Τελευταία Ανάκτηση: 19 Απριλίου 2024 \n• Giudice L. C. (2010). Clinical practice. Endometriosis. The New England journa l of \nmedicine, 362(25), 2389–2398. https://doi.org/10.1056/NEJMcp1000274 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20573927/ . Τελευταία Ανάκτηση: 2 Μαρτίου 2024 \n• Glavind, M. T., Forman, A., Arendt, L. H., Nielsen, K., & Henriksen, T. B. (2017). \nEndometriosis and pregnancy complications: a Danish cohort study.  Fertility and \nSterility, 107(1), 160 –166. https://doi.org/10.1016/j.fertnstert.2016.09.020. Τελευταία \nΑνάκτηση: 5 Φεβρουαρίου 2024 \n• Marziali M. 1, Venza M. 2, Lazzaro S. 2, Lazzaro A. 2, Micossi C. 2, Stolfi V. M. (2012). \nGluten-free diet: a new strategy for management of painful endometriosis related \nsymptoms? - Minerva Chirurgica December;67(6):499 -504. (n.d.). \nWww.minervamedica.it. https://www.minervamedica.it/en/journals/minerva-\nsurgery/article.php?cod=R06Y2012N06A0499. Τελευταία Ανάκτηση: 30 Μαρτίου 2024 \n• Gnoth, C., Godehardt, E., Frank-Herrmann, P., Friol, K., Tigges, J., & Freundl, G. (2005). \nDefinition and prevalence of subfertility and infertility. Human reproduction (Oxford, \nEngland), 20(5), 1144–1147. https://doi.org/10.1093/humrep/deh870 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/15802321/ . Τελευταία Ανάκτηση: 18 Φεβρουαρίου \n2024 \n\n62 \n \n• Gołąbek, A., Kowalska, K., & Olejnik, A. (2021). Polyphenols as a Diet Therapy Concept \nfor Endometriosis -Current Opi nion and Future Perspectives.  Nutrients, 13(4), 1347. \nhttps://doi.org/10.3390/nu13041347. Τελευταία Ανάκτηση: 30 Μαρτίου 2024 \n• Grandi, G., Barra, F., Ferrero, S., Sileo, F. G., Bertucci, E., Napolitano, A., & Facchinetti, \nF. (2019). Hormonal contraception in women with endometriosis: a systematic review. \nThe European journal of contraception & reproductive health care : the offici al journal \nof the European Society of Contraception, 24(1), 61–70. \nhttps://doi.org/10.1080/13625187.2018.1550576.  \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/30664383/ . Τελευταία Ανάκτηση: 2 Μαρτίου 2024 \n• Habib, N., Buzzaccarini, G., Centini, G., Moawad, G. N., Ceccaldi, P. F., Gitas, G., \nAlkatout, I., Gullo, G., Terzic, S., & Sleiman, Z. (2022). Impact of lifestyle and diet on \nendometriosis: a fresh look to a busy corner.  Przeglad menopauzalny = Menopause \nreview, 21(2), 124–132. https://doi.org/10.5114/pm.2022.116437. Τελευταία Ανάκτηση: \n30 Μαρτίου 2024 \n• Hansen, K. A., & Eyster, K. M. (2010). Genetics and genomics of endometriosis. Clinical \nobstetrics and gynecology, 53(2), 403–412. \nhttps://doi.org/10.1097/GRF.0b013e3181db7ca1 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20436317/ . Τελευταία Ανάκτηση: 5 Απριλίου 2024 \n• Hansen, T. K., Dall, R., Hosoda, H., Kojima, M., Kangawa , K., Christiansen, J. S., & \nJørgensen, J. O. (2002). Weight loss increases circulating levels of ghrelin in human \nobesity. Clinical endocrinology, 56(2), 203–206. https://doi.org/10.1046/j.0300-\n0664.2001.01456.x . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/11874411/ . Τελευταία Ανάκτηση: \n7 Μαρτίου 2024 \n• Harding, K. B., Peña -Rosas, J. P., Webster, A. C., Yap, C. M., Payne, B. A., Ota, E., & \nDe-Regil, L. M. (2017). Iodine supplementation for women during the preconception, \npregnancy and postpartum period. The Cochrane database of systematic reviews, 3(3), \nCD011761. https://doi.org/10.1002/14651858.CD011761.pub2 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/28260263/ . Τελευταία Ανάκτηση; 18 Φεβρουαρίου \n2024 \n• Heard-Lipsmeyer, M. E., Alhallak, I., Simmen, F. A., Melnyk, S. B., & Simmen, R. C. \nM. (2021). Lesion Genotype Modifies High -Fat Diet Effects on Endometriosis \nDevelopment in Mice.  Frontiers in physiology , 12, 702674. \nhttps://doi.org/10.3389/fphys.2021.702674 . Τελευταία Ανάκτηση: 26 Μαρτίου 2024 \n\n63 \n \n• Hein, D. W., Doll, M. A., Fretland, A. J., Leff, M. A., Webb, S. J., Xiao, G. H., \nDevanaboyina, U. S., Nangju, N. A., & Feng, Y . (2000). Molecular genetics and \nepidemiology of the NA T1 and NAT2 acetylation polymorphisms. Cancer epidemiology, \nbiomarkers & prevention : a publication of the American Association for Cancer \nResearch, cosponsored by the American Society of Preventive Oncology, 9(1), 29–42. \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/10667461/ . Τελευταία Ανάκτηση: 5 Απριλίου 2024 \n• Hurrell, R., & Egli, I. (2010). Iron bioavailability and dietary reference values. The \nAmerican journal of clinical nutrition, 91(5), 1461S –1467S. \nhttps://doi.org/10.3945/ajcn.2010.28674F . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20200263/ \n. Τελευταία Ανάκτηση: 7 Απριλίου 2024 \n• Jenkins, T. R., Liu, C. Y ., & White, J. (2008). Does response to hormonal therapy predict \npresence or absence of endometriosis?. Journal of minimally invasive gynecology, 15(1), \n82–86. https://doi.org/10.1016/j.jmig.2007.09.002 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/18262150/ . Τελευταία Ανάκτηση: 3 Μαρτίου 2024 \n• Jensen, J. T., Schlaff, W., & Gordon, K. (2018). Use of combined hormonal \ncontraceptives for the treatment of endometriosis-related pain: a systematic review of the \nevidence. Fertility and sterility, 110(1), 137–152.e1. \nhttps://doi.org/10.1016/j.fertnstert.2018.03.012 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/29937152/ . Τελευταία Ανάκτηση: 2 Μαρτίου 2024 \n• Jia, S., Xu, L., Chan, Y ., Wu, X., Yang, S., Yu, H., Yang, H., Luo, Y ., & Tang, W. (2012). \np53 codon 72 polymorphism and endometriosis: a meta -analysis. Archives of \ngynecology and obstetrics, 285(6), 1657–1661. https://doi.org/10.1007/s00404-012-\n2226-5 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/22258307/ . Τελευταία Ανάκτηση: 5 Απριλίου \n2024 \n• Jurkiewicz-Przondziono, J., Lemm, M., Kwiatkowska -Pamuła, A., Ziółko, E., & \nWójtowicz, M. K. (2017). Influence of diet on the risk of developing endometriosis. \nGinekologia polska, 88(2), 96–102. https://doi.org/10.5603/GP.a2017.0017 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/28326519/ . Τελευταία Ανάκτηση: 7 Απριλίου 2024 \n• Jurkiewicz-Przondziono, J., Lemm, M., Kwiatkowska -Pamuła, A., Ziółko, E., & \nWójtowicz, M. K. (2017). Influence of diet on the risk of developing \nendometriosis. Ginekologia Polska, 88(2), 96–102. \nhttps://doi.org/10.5603/gp.a2017.0017. Τελευταία Ανάκτηση: 30 Μαρτίου 2024 \n\n64 \n \n• Katz, J. M., & Winter, C. K. (2009). Comparison of pesticide exposure from consumption \nof domestic and imported fruits and vegetables. Food and chemical toxicology : an \ninternational journal published for the British Industrial Biological Research Association, \n47(2), 335 –338. https://doi.org/10.1016/j.fct.2008.11.024 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/19059451/ . Τελευταία Ανάκτηση: 7 Απριλίου 2024 \n• Koninckx, P. R., Ussia, A., Adamyan, L., Wattiez, A., Gomel, V ., & Martin, D. C. (2019). \nPathogenesis of endometriosis: the genetic/epigenetic theory. Fertility and sterility, \n111(2), 327 –340. https://doi.org/10.1016/j.fertnstert.2018.10.013 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/30527836/ . Τελευταία Ανάκτηση: 4 Απριλίου 2024 \n• Krausz, C., Cioppi, F., & Riera-Escamilla, A. (2018). Testing for genetic contributions to \ninfertility: potential clinical impact. Expert review of molecular diagnostics, 18(4), 331–\n346. https://doi.org/10.1080/14737159.2018.1453358 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/29540081/ . Τελευταία Ανάκτηση: 18 Φεβρουαρίου \n2024 \n• Łakoma, K., Kukharuk, O., & Śliż, D. (2023). The Influence of Metabolic Factors and \nDiet on Fertility. Nutrients, 15(5), 1180. https://doi.org/10.3390/nu15051180 , \nhttps://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC10005661/ . Τελευταία Ανάκτηση: 18 \nΦεβρουαρίου 2024 \n• Lang, X., Liu, W., Hou, Y ., Zhao, W., Yang, X., Chen, L., Yan, Q., & Cheng, W. (2021). \nIL-17A polymorphism (rs2275913) and levels are associated with preeclampsia \npathogenesis in Chinese patients. BMC  medical genomics, 14(1), 5. \nhttps://doi.org/10.1186/s12920-020-00840-8. \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/33407460/. Τελευταία Ανάκτηση: 5 Απριλίου 2024 \n• Leone Roberti Maggiore, U., Ferrero, S., Mangili, G., Bergamini, A., Inversetti, A., \nGiorgione, V., Viganò, P., & Candiani, M. (2015). A systematic review on endometriosis \nduring pregnancy: diagnosis, misdiagnosis, complications and outcomes.  Human \nReproduction Update, 22(1), 70 –103. https://doi.org/10.1093/humupd/dmv045. \nΤελευταία Ανάκτηση: 5 Φεβρουαρίου 2024 \n• Leyendecker, G., Kunz, G., Wildt, L., Beil, D., & Deininger, H. (1996). Uterine \nhyperperistalsis and dysperistalsis  as dysfunctions of the mechanism of rapid sperm \ntransport in patients with endometriosis and infertility. Human reproduction (Oxford, \nEngland), 11(7), 1542–1551. https://doi.org/10.1093/oxfordjournals.humrep.a019435 . \n\n65 \n \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/8671502/ . Τελευταία Ανάκτηση: 18 Φεβρουαρίου \n2024 \n• Li, P., Tiwari, H. K., Lin, W. Y ., Allison, D. B., Chung, W. K., Leibel, R. L., Yi, N., & \nLiu, N. (2014). Genetic association analysis of 30 genes related to obesity in a European \nAmerican population. International journal of obesity (2005), 38(5), 724–729. \nhttps://doi.org/10.1038/ijo.2013.140 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23900445/ . \nΤελευταία Ανάκτηση: 8 Μαρτίου 2024 \n• Ling F. W. (1999). Randomized controlled trial of depot leuprolide in patients with \nchronic pelvic pain and clinically suspected endometriosis. Pelvic Pain Study Group. \nObstetrics and gynecology, 93(1), 51–58. https://doi.org/10.1016/s0029-7844(98)00341-\nx . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/9916956/ . Τελευταία Ανάκτηση: 3 Μαρτίου 2024 \n• Liu, Y ., Chen, J., Zhu, X., Tang, L., Luo, X., & Shi, Y . (2018). Role of miR -449b-3p in \nendometriosis via effects on endometrial stromal cell proliferation and \nangiogenesis. Molecular medicine reports,  18(3), 3359–3365. \nhttps://doi.org/10.3892/mmr.2018.9341. Τελευταία Ανάκτηση: 26 Μαρτίου 2024 \n• Lousse J. C., Van Langendonckt A., Defrere S., Ramos R. G., Colette S., Donnez J. \nPeritoneal endometriosis is an inflammatory disease. Frontiers in Bioscience (Elite \nEdition) 2012;4:23–40. doi: 10.2741/e358. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/22201853/ \n. Τελευταία Ανάκτηση: 15 Μαρτίου 2024 \n• Lu S. C. (2013). Glutathione synthesis.  Biochimica et biophysica acta,  1830(5), 3143–\n3153. https://doi.org/10.1016/j.bbagen.2012.09.008. Τελευταία Ανάκτηση: 15 Απριλίου \n2024 \n• Macer, M. L., & Taylor, H. S. (2012). Endometriosis and infertility: a review of the \npathogenesis and treatment of endometriosis -associated infertility. Obstetrics and \ngynecology clinics of North America, 39(4), 535–549. \nhttps://doi.org/10.1016/j.ogc.2012.10.002 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23182559/ \n, Τελευταία Ανάκτηση: 18 Φεβρουαρίου 2024 \n• Mafra, F., Catto, M., Bianco, B., Barbosa, C. P., & Christofolini, D. (2015). Association \nof WNT4 polymorphisms with endometriosis in infertile patients. Journal of assisted \nreproduction and genetics, 32(9), 1359–1364. https://doi.org/10.1007/s10815-015-0523-\n1 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/26139156/ . Τελευταία Ανάκτηση: 4 Απριλίου 2024 \n\n66 \n \n•  Makker, V ., MacKay, H., Ray-Coquard, I., Levine, D. A., Westin, S. N., Aoki, D., & \nOaknin, A. (2021). Endometrial cancer.  Nature reviews. Disease primers,  7(1), 88. \nhttps://doi.org/10.1038/s41572-021-00324-8. Τελευταία Ανάκτηση: 15 Μαρτίου 2024 \n• Maratt, J. K., & Stoffel, E. (2022). Identification of Lynch Syndrome. Gastrointestinal \nendoscopy clinics of North America, 32(1), 45–58. \nhttps://doi.org/10.1016/j.giec.2021.09.002 , https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/34798986/ \n. Τελευταία Ανάκτηση: 19 Φεβρουαρίου 2024 \n• Markowska, A., Antoszczak, M., Markowska, J., & Huczyński, A. (2023). The Role of \nSelected Dietary Factors in the De velopment and Course of \nEndometriosis. Nutrients, 15(12), 2773. https://doi.org/10.3390/nu15122773. Τελευταία \nΑνάκτηση: 29 Απριλίου 2024 \n• Marquardt, R. M., Kim, T. H., Shin, J. H., & Jeong, J. W. (2019). Progesterone and \nEstrogen Signaling in the Endometrium: What Goes Wrong in \nEndometriosis?. International journal of molecular sciences,  20(15), 3822. \nhttps://doi.org/10.3390/ijms20153822. Τελευταία Ανάκτηση: 15 Μαρτίου 2024 \n• Martin, J. D., Jr, & Hauck, A. E. (1985). Endometriosis in the male. The American \nsurgeon, 51(7), 426–430. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/4014886/ . Τελευταία \nΑνάκτηση: 4 Απριλίου 2024 \n• McCullough, M. L., Bandera, E. V ., Moore, D. F., & Kushi, L. H. (2008). Vitamin D and \ncalcium intake in relation to risk of endometrial cancer: a systematic review of the \nliterature. Preventive medicine, 46(4), 298–302. \nhttps://doi.org/10.1016/j.ypmed.2007.11.010. Τελευταία Ανάκτηση: 29 Απριλίου 2024 \n• McGrath, I. M., Montgomery, G. W., & Mortlock, S. (2023). Insights from Mendelian \nrandomization and genetic correlation analyses into the relationship between \nendometriosis and its comorbidities.  Human reproduction update,  29(5), 655–674. \nhttps://doi.org/10.1093/humupd/dmad009. Τελευταία Ανάκτηση: 26 Απριλίου 2024 \n• Missmer, S. A., Chavarro, J. E., Malspeis, S., Bertone-Johnson, E. R., Hornstein, M. D., \nSpiegelman, D., Barbieri, R. L., Willett, W. C., & Hankinson, S. E. (2010). A prospective \nstudy of dietary fat consumption and endometriosis risk. Human reproduction (Oxford, \nEngland), 25(6), 1528–1535. https://doi.org/10.1093/humrep/deq044 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20332166/ . Τελευταία Ανάκτηση: 7 Απριλίου 2024 \n\n67 \n \n• Miyazawa, T., Burdeos, G. C., Itaya, M., Nakagawa, K., & Miyazawa, T. (2019). Vitamin \nE: Regulatory Redox Interactions.  IUBMB Life,  71(4), 430–441. \nhttps://doi.org/10.1002/iub.2008. Τελευταία Ανάκτηση: 26 Απριλίου 2024 \n•  Moore, K., & Brewer , M. A. (2017). Endometrial Cancer: Is This a New \nDisease? American Society of Clinical Oncology Educational Book,  37, 435–442. \nhttps://doi.org/10.1200/edbk_175666. Τελευταία Ανάκτηση: 19 Μαρτίου 2024 \n• Mulholland, H. G., Murray, L. J., Cardwell, C. R., & Cantwell, M. M. (2008). Dietary \nglycaemic index, glycaemic load and endometrial and ovarian cancer risk: a systematic \nreview and meta -analysis. British journal of cancer,  99(3), 434–441. \nhttps://doi.org/10.1038/sj.bjc.6604496. Τελευταία Ανάκτηση: 19 Μαρτίου 2024 \n• Nakago, S., Hadfield, R. M., Zondervan, K. T., Mardon, H., Manek, S., Weeks, D. E., \nBarlow, D., & Kennedy, S. (2001). Association between end ometriosis and N -acetyl \ntransferase 2 polymorphisms in a UK population. Molecular human reproduction, 7(11), \n1079–1083. https://doi.org/10.1093/molehr/7.11.1079 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/11675475/ . Τελευταία Ανάκτηση: 5 Απριλίου 2024 \n• Ng, S.-W., Norwitz, S. G., Taylor, H. S., & Norwitz , E. R. (2020). Endometriosis: The \nRole of Iron Overload and Ferroptosis.  Reproductive Sciences,  27(7), 1383 –1390. \nhttps://doi.org/10.1007/s43032-020-00164-z. Τελευταία Ανάκτηση: 26 Φεβρουαρίου \n2024 \n• Nodler, J. L., Harris, H. R., Chavarro, J. E., Frazier, A. L., & Missmer, S. A. (2020). Dairy \nconsumption during adolescence and endometriosis risk. American journal of obstetrics \nand gynecology, 222(3), 257.e1 –257.e16. https://doi.org/10.1016/j.ajog.2019.09.010 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/31526789/ . Τελευταία Ανάκτηση: 7 Απριλίου 2024 \n• Nyholt, D. R., Low, S. K., Anderson, C. A., Painter,  J. N., Uno, S., Morris, A. P., \nMacGregor, S., Gordon, S. D., Henders, A. K., Martin, N. G., Attia, J., Holliday, E. G., \nMcEvoy, M., Scott, R. J., Kennedy, S. H., Treloar, S. A., Missmer, S. A., Adachi, S., \nTanaka, K., Nakamura, Y ., … Montgomery, G. W. (2012). Genome-wide association meta-\nanalysis identifies new endometriosis risk loci. Nature genetics, 44(12), 1355–1359. \nhttps://doi.org/10.1038/ng.2445 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23104006/ . Τελευταία \nΑνάκτηση: 4 Απριλίου 2024  \n• Olive, D. L., Stohs, G. F., Metzger, D. A., & Franklin, R. R. (1985). Expectant management \nand hydrotubations in the treatment of endometriosis -associated infertility. Fertility and \n\n68 \n \nsterility, 44(1), 35–41. https://doi.org/10.1016/s0015-0282(16)48674-7 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/3159599/ . Τελευταία Ανάκτηση: 18 Φεβρουαρίου 2024 \n• Pagliardini, L., Gentilini, D., Vigano', P., Panina -Bordignon, P., Busacca, M., Candiani , \nM., & Di Blasio, A. M. (2013). An Italian association study and meta -analysis with \nprevious GWAS confirm WNT4, CDKN2BAS and FN1 as the first identified \nsusceptibility loci for endometriosis. Journal of medical genetics, 50(1), 43–46. \nhttps://doi.org/10.1136/jmedgenet-2012-101257 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23142796/ . Τελευταία Ανάκτηση: 4 Απριλίου 2024 \n•  Painter, J. N., O'Mara, T. A., Morris, A. P., Cheng, T. H. T., Gorman, M., Martin, L., \nHodson, S., Jones, A., Martin, N. G., Gordon, S., Henders, A. K., Attia, J., McEvoy, M., \nHolliday, E. G., Scott, R. J., Webb, P. M., Fasching, P. A., Beckmann, M. W., Ekici, A. B., \nHein, A., … Spurdle, A. B. (2018). Genetic overlap between endometriosis and \nendometrial cancer: evidence from cross -disease genetic correlation and GWAS meta -\nanalyses. Cancer medicine,  7(5), 1978–1987. https://doi.org/10.1002/cam4.1445. \nΤελευταία Ανάκτηση 29 Μαρτίου 2024 \n• Parazzini, F., Chiaffarino, F., Surace, M., Chatenoud, L., Cipriani, S., Chiantera, V., \nBenzi, G., & Fedele, L. (2004). Selected food inta ke and risk of endometriosis.  Human \nReproduction (Oxford, England),  19(8), 1755 –1759. \nhttps://doi.org/10.1093/humrep/deh395. Τελευταία Ανάκτηση: 19 Απριλίου 2024 \n• Parazzini, F., Viganò, P., Candiani, M., & Fedele, L. (2013). Diet and endometriosis risk: \nA literature review. https://doi.org/10.1016/j.rbmo.2012.12.011. Τελευταία Ανάκτηση: \n19 Απριλίου 2024 \n• Peyneau, M., Kavian, N., Chouzenoux, S., Nicco, C., Jeljeli, M., Toullec, L., Reboul -\nMarty, J., Chenevier-Gobeaux, C., Reis, F. M., Santulli, P., Doridot, L., Chapron, C., & \nBatteux, F. (2019). Role of thyroid dysimmunity and thyroid hormones in \nendometriosis. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of \nAmerica, 116(24), 11894–11899. https://doi.org/10.1073/pnas.1820469116. Τελευταία \nΑνάκτηση: 19 Φεβρουαρίου 2024 \n• Piecuch, M., Garbicz , J., Waliczek, M., Malinowska -Borowska, J., & Rozentryt, P. \n(2022). I Am the 1 in 10 -What Should I Eat? A Research Review of Nutrition in \nEndometriosis. Nutrients, 14(24), 5283. https://doi.org/10.3390/nu14245283. Τελευταία \nΑνάκτηση: 29 Απριλίου 2024 \n\n69 \n \n• Pinelli, G., & Tagliabue, A. (2007). Nutrition and fertility. Minerva gastroenterologica e \ndietologica, 53(4), 375–382. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/18043554/ , Τελευταία \nΑνάκτηση: 18 Φεβρουαρίου 2024 \n• Raglan, O., Kalliala, I., Markozannes, G., Cividini, S., Gunter, M. J., Nautiyal, J., Gabra, \nH., Paraskevaidis, E., Martin -Hirsch, P., Tsilidis, K. K., & Kyrgiou, M. (2019). Ris k \nfactors for endometrial cancer: An umbrella review of the literature. International Journal \nof Cancer, 145(7), 1719–1730. https://doi.org/10.1002/ijc.31961. Τελευταία Ανάκτηση: \n15 Μαρτίου 2024 \n• Ranganathan, K., & Sivasankar, V . (2014). MicroRNAs - Biology and clinical \napplications. Journal of oral and maxillofacial pathology : JOMFP,  18(2), 229–234. \nhttps://doi.org/10.4103/0973-029X.140762. Τελευταία Ανάκτηση: 25 Φεβρουαρίου 2024 \n• Roush, S., & Slack, F. J. (2008). The let -7 family of microRNAs.  Trends in Cell \nBiology, 18(10), 505–516. https://doi.org/10.1016/j.tcb.2008.07.007. Τελευταία \nΑνάκτηση: 19 Φεβρουαρίου 2024 \n•  Ryan, N. A. J., Glaire, M. A., Blake, D., Cabrera-Dandy, M., Evans, D. G., & Crosbie, E. \nJ. (2019). The proportion of endometrial cancers associated with Lynch syndrome: a \nsystematic review of the literature and meta -analysis. Genetics in medicine : official \njournal of the Amer ican College of Medical Genetics,  21(10), 2167–2180. \nhttps://doi.org/10.1038/s41436-019-0536-8. Τελευταία Ανάκτηση: 21 Μαρτίου 2024 \n• S. Lilly Zheng, Chen, X., Chen, Y ., Wu, Z., Chen, X. M., & Li, X. (2 023). Antioxidant \nvitamins supplementation reduce endometriosis related pelvic pain in humans: a \nsystematic review and meta -analysis. Reproductive Biology and \nEndocrinology, 21(1).https://doi.org/10.1186/s12958-023-01126-1. Τελευταία \nΑνάκτηση: 19 Απριλίου 2024 \n• Saha, R., Pettersson, H. J., Svedberg, P., Olovsson, M., Bergqvist, A., Marions, L., \nTornvall, P., & Kuja -Halkola, R. (2015). Heritability of endometriosis. Fertility and \nsterility, 104(4), 947–952. https://doi.org/10.1016/j.fertnstert.2015.06.035 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/26209831/ . Τελευταία Ανάκτηση: 4 Απριλίου 2024 \n• Sahin, C., Mamillapalli, R., Yi, K. W., & Taylor, H. S. (2018). microRNA Let-7b: A Novel \ntreatment for endometriosis.  Journal of cellular and molecular medicine,  22(11), 5346–\n5353. https://doi.org/10.1111/jcmm.13807. Τελευταία Ανάκτηση: 30 Απριλίου 2024 \n\n70 \n \n• Sang, Y., Li, Y., Xu, L., Li, D., & Du, M. (2019). Regulatory mechanisms of endometrial \ndecidualization and pregnancy -related diseases. Acta Biochimica Et Biophysica Sinica.                                                        \nhttps://doi.org/10.1093/abbs/gmz146. Τελευταία Ανάκτηση: 15 Δεκεμβρίου 2023 \n• Santanam, N., Kavtaradze, N., Murphy, A., Dominguez, C., & Parthasarathy, S. (2013). \nAntioxidant supplementation reduces endometriosis -related pelvic pain in humans. \nTranslational research : the journal of laboratory and clinical medicine, 161(3), 189–195. \nhttps://doi.org/10.1016/j.trsl.2012.05.001 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/22728166/ .  \nΤελευταία Ανάκτηση: 15 Μαρτίου 2024 \n• Saunders, P. T. K., & Horne, A. W. (2021). Endometriosis: Etiology, pathobiology, and \ntherapeutic prospects. Cell, 184(11), 2807–2824. \nhttps://doi.org/10.1016/j.cell.2021.04.041. Τελευταία Ανάκτηση: 29 Απριλίου 2024 \n• Schliep, K. C., Farland , L. V., Pollack, A. Z., Buck Louis, G., Stanford, J. B., Allen -\nBrady, K., Varner, M. W., Kah, K., & Peterson, C. M. (2022). Endometriosis diagnosis, \nstaging and typology and adverse pregnancy outcome history.  Paediatric and perinatal \nepidemiology, 36(6), 771–781. https://doi.org/10.1111/ppe.12887. Τελευταία Ανάκτηση: \n30 Απριλίου 2024 \n• Seli, E., Berkkanoglu, M., & Arici, A. (2003). Pathogenesis of endometriosis. Obstetrics \nand gynecology clinics of North America, 30(1), 41–61. https://doi.org/10.1016/s0889-\n8545(02)00052-9 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/12699257/ . Τελευταία Ανάκτηση: \n7 Απριλίου 2024 \n• Sies H. In: Oxidative Stress. Sies H., editor. Academic Press; London: 1985. Oxidative \nstress: introductory remarks; pp. 1–8. \nhttps://physoc.onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1113/expphysiol.1997.sp004024 . \nΤελευταία Ανάκτηση: 15 Μαρτίου 2024 \n• Simpson, J. L., & Bischoff, F. (2003). Heritability and candidate genes for endometriosis. \nReproductive biomedicine online, 7(2), 162–169. https://doi.org/10.1016/s1472-\n6483(10)61746-4 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/14567883/ . Τελευταία Ανάκτηση: \n5 Απριλίου 2024 \n• Skoracka, K., Ratajczak, A. E., Rychter, A. M., Dobrowolska, A., & Krela-Kaźmierczak, \nI. (2021). Female Fertility and the Nutritional Approach: The Most Essential Aspects. \nAdvances in nutrition (Bethesda, Md.), 12(6), 2372–2386. \nhttps://doi.org/10.1093/advances/nmab068 , \n\n71 \n \nhttps://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC8634384/ . Τελευταία Ανάκτηση; 18 \nΦεβρουαρίου 2024 \n• Smolarz, B., Szyłło, K., & Romanowicz, H. (2021). Endometriosis: Epidemiology, \nClassification, Pathogenesis, Treatment and Genetics (Review of Literature). \nInternational journal of molecular sciences, 22(19), 10554. \nhttps://doi.org/10.3390/ijms221910554 . \nhttps://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC8508982/ . Τελευταία Ανάκτηση: 4 \nΑπριλίου 2024 \n• Soma-Pillay, P., Nelson-Piercy, C., Tolppanen, H., & Mebazaa, A. (2016). Physiological \nchanges in pregnancy.  Cardiovascular journal of Africa,  27(2), 89 –94.  \nhttps://doi.org/10.5830/CVJA-2016-021. Τελευταία Ανάκτηση: 21 Φεβρουαρίου 2024 \n• Song, G. G., & Lee, Y . H. (2014). A meta-analysis of the association between p53 codon \n72 polymorphism and susceptibility to endometriosis. Immunological investigations, \n43(6), 595 –605. https://doi.org/10.3109/08820139.2013.833623 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/24999736/ . Τελευταία Ανάκτηση: 5 Απριλίου 2024 \n• Sourial, S., Tempest, N., & Hapangama, D. K. (2014). Theories on the pathogenesis of \nendometriosis. International journal of reproductive medicine,  2014, 179515. \nhttps://doi.org/10.1155/2014/179515. Τελευταία Ανάκτηση: 29 Απριλίου 2024 \n• Suwannasom, N., Kao, I., Pruß, A., Georgieva, R., & Bäumler, H. (2020). Riboflavin: The \nHealth Benefits of a Forgotten Natural Vitamin.  International journal of molecular \nsciences, 21(3), 950. https://doi.org/10.3390/ijms21030950. Τελευταία Ανάκτηση: 19 \nΜαρτίου 2024 \n• Tanbo, T., & Fedorcsak, P. (2017). Endometriosis -associated infertility: aspects of \npathophysiological mechanisms and treatment options. Acta obstetricia et gynecologica \nScandinavica, 96(6), 659–667. https://doi.org/10.1111/aogs.13082 , \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/27998009/ , Τελευταία Ανάκτηση: 18 Φεβρουαρίου \n2024 \n• Terzic, M., Aimagambetova, G., Kunz, J., Bapayeva , G., Aitbayeva, B., Terzic, S., & \nLaganà, A. S. (2021). Molecular Basis of Endometriosis and Endometrial Cancer: Current \nKnowledge and Future Perspectives. International journal of molecular sciences, 22(17), \n9274.  https://doi.org/10.3390/ijms22179274. Τελευταία Ανάκτηση: 15 Μαρίου 2024 \n\n72 \n \n• Trabert, B., Peters, U., De Roos, A. J., Scholes, D., & Holt, V . L. (2011). Diet and risk of \nendometriosis in a population-based case-control study. The British journal of nutrition, \n105(3), 459 –467. https://doi.org/10.1017/S0007114510003661 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20875189/ . Τελευταία Ανάκτηση: 7 Απριλίου 2024 \n• Uno, S., Zembutsu, H., Hirasawa, A., Takahashi, A., Kubo, M., Akahane, T., Aoki, D., \nKamatani, N., Hirata, K., & Nakamura, Y. (2010). A genome -wide association study \nidentifies genetic variants in the CDKN2BAS locus associated with endometriosis in \nJapanese. Nature genetics , 42(8), 707 –710. https://doi.org/10.1038/ng.612 . Τελευταία \nΑνάκτηση: 5 Απριλίου 2024 \n• Van de Lagemaat, E., de Groot, L., & van den Heuvel, E. (2019). Vitamin B12 in Relation \nto Oxidative Stress: A Systematic Review.  Nutrients, 11(2), 482. \nhttps://doi.org/10.3390/nu11020482. Τελευταία Ανάκτηση: 19 Φεβρουαρίου 2024 \n• Van Langendonckt, A., Casanas -Roux, F., & Donnez, J. (2002). Oxidative stress and \nperitoneal endometriosis. Fertility and sterility, 77(5), 861–870. \nhttps://doi.org/10.1016/s0015-0282(02)02959-x . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/12009336/ . Τελευταία Ανάκτηση: 15 Μαρτίου 2024 \n• Vannuccini, S., Clifton, V. L., Fraser, I. S., Taylor, H. S., Critchley, H., Giudice, L. C., & \nPetraglia, F. (2016). Infertility and reproductive disorders: impact of hormonal and \ninflammatory mechanisms on pregnancy outcome.  Human reproduction update,  22(1), \n104–115. https://doi.org/10.1093/humupd/dmv044. Τελευταία Ανάκτηση: 5 Μαρτίου \n2024 \n• Vennberg Karlsson, J., Patel, H., & Premberg, A. (2020). Experiences of health after \ndietary changes in endometriosis: a qualitative interview study. BMJ open, 10(2), \ne032321. https://doi.org/10.1136/bmjopen-2019-032321 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/32102806/ . Τελευταία Ανάκτηση: 7 Απριλίου 2024 \n• Vercellini, P., Eskenazi, B., Consonni, D., Somigliana, E., Parazzini, F., Abbiati,  A., & \nFedele, L. (2011). Oral contraceptives and risk of endometriosis: a systematic review and \nmeta-analysis. Human reproduction update, 17(2), 159–170. \nhttps://doi.org/10.1093/humupd/dmq042 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20833638/ . \nΤελευταία Ανάκτηση: 2 Μαρτίου 2024 \n• Walther-António, M. R., Chen, J., Multinu, F., Hokenstad, A., Distad, T. J., Cheek, E. H., \nKeeney, G. L., Creedon, D. J., Nelson, H., Mariani, A., & Chia, N. (2016). Potential \n\n73 \n \ncontribution of the uterine microbiome in the development of endometrial \ncancer. Genome medicine,  8(1), 122. https://doi.org/10.1186/s13073-016-0368-y. \nΤελευταία Ανάκτηση: 29 Μαρτίου 2024 \n• Wang, X., Glubb, D. M., & O'Mara, T. A. (2023). Dietary Factors and Endometrial \nCancer Risk: A Mendelian Randomization Study. Nutrients, 15(3), 60 3. \nhttps://doi.org/10.3390/nu15030603 , https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/36771310/ . \nΤελευταία Ανάκτηση: 20 Φεβρουαρίου 2024 \n• Wei, Z., Zhang, M., Zhang, X., Yi, M., Xia, X., & Fang, X. (2019). NAT2 gene \npolymorphisms and endometriosis risk: A PRISMA-compliant meta-analysis. PloS one, \n14(12), e0227043. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0227043 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/31881062/ . Τελευταία Ανάκτηση: 5 Απριλίου 2024 \n• Wren A. M. (2008). Gut and hormones and obesity. Frontiers of hormone research, 36, \n165–181. https://doi.org/10.1159/000115364 . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/18230902/ . Τελευταία Ανάκτηση: 7 Μαρτίου 2024 \n• Wu, Q. J., Gong, T. T., & Wang, Y . Z. (2015). Dietary fatty acids intake and endometrial \ncancer risk: a dose-response meta-analysis of epidemiological studies. Oncotarget, 6(34), \n36081–36097. https://doi.org/10.18632/oncotarget.5555. Τελευταία Ανάκτηση: 21 \nΜαρτίου 2024 \n• Xie, Z., Ding, X., Wang, Y ., & Zhang, M. (2023). The rs2275913 polymorphism of the \ninterleukin-17A gene is associated with the risk of ovarian endometriosis. Journal of \nobstetrics and gynaecology : the journal of the Institute of Obstetrics and Gynaecology, \n43(1), 2199852. https://doi.org/10.1080/01443615.2023.2199852. \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/37066601/. Τελευταία Ανάκτηση: 5 Απριλίου 2024 \n• Yamamoto, A., Harris, H. R., Vitonis, A. F., Chavarro, J. E., & Missmer, S. A. (2018). A \nprospective cohort study of meat and fish consumption and endometriosis risk. American \njournal of obstetrics and gynecology, 219(2), 178.e1 –178.e10. \nhttps://doi.org/10.1016/j.ajog.2018.05.034 . https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/29870739/ \n. Τελευταία Ανάκτηση: 7 Απριλίου 2024 \n• Yasin, H. K., Taylor, A. H., & Ayakannu, T. (2021). A Narrative Review of the Role of \nDiet and Lifestyle Factors in the Development and Prevention of Endometrial \nCancer. Cancers, 13(9), 2149. https://doi.org/10.3390/cancers13092149. Τελευταία \nΑνάκτηση: 21 Μαρτίου 2024 \n\n74 \n \n•  Ye, J., Peng, H., Huang, X., & Qi, X. (2022). The association between endometriosis and \nrisk of endometrial cancer and breas t cancer: a meta -analysis. BMC women's \nhealth, 22(1), 455. https://doi.org/10.1186/s12905-022-02028-x. Τελευταία Ανάκτηση: \n15 Μαρτίου 2024 \n• Zafari, N., Tarafdari, A. M., Izadi, P., Noruzinia, M., Yekaninejad, M. S., Bahramy, A., \n& Mohebalian, A. (2021). A Panel of Plasma miRNAs 199b -3p, 224-5p and Let-7d-3p \nas Non -Invasive Diagnostic Biomarkers for Endometriosis. Reproductive sciences \n(Thousand Oaks, Calif.), 28(4), 991–999. https://doi.org/10.1007/s43032-020-00415-z . \nhttps://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/33398851/ . Τελευταία Ανάκτηση: 4 Απριλίου 2024 \n•  Zhang, G. Q., Chen, J. L., Liu, Q., Zhang, Y ., Zeng, H., & Zhao, Y . (2015). Soy Intake Is \nAssociated With Lower Endometrial Cancer Risk: A Systematic Review and Meta -\nAnalysis of Observational Studies.  Medicine, 94(50), e2281. \nhttps://doi.org/10.1097/MD.0000000000002281. Τελευταία Ανάκτηση: 15 Μαρτίου 2024 \n• Zhao, S., Chen, L., Zang, Y ., Liu, W., Liu, S., Teng, F., Xue, F., & Wang, Y . (2022). \nEndometrial cancer in Lynch syndrome. International journa l of cancer, 150(1), 7–17. \nhttps://doi.org/10.1002/ijc.33763 , https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/34398969/ . \nΤελευταία Ανάκτηση: 19 Φεβρουαρίου 2024 \n• Zhao, Y ., & Srivastava, D. (2007). A developmental view of microRNA function. Trends \nin biochemical sciences,  32(4), 189–197. https://doi.org/10.1016/j.tibs.2007.02.006. \nΤελευταία Ανάκτηση: 19 Μαρτίου 2024 \n• Zhu, X. Z., Deng, Z. M., Dai, F. F., Liu, H., & Cheng, Y. X. (2023). The impact of early \npregnancy metabolic disorders on pregnancy outcome and the specific \nmechanism. European journal of medical research,  28(1), 197. \nhttps://doi.org/10.1186/s40001-023-01161-z. Τελευταία Ανάκτηση: 5 Φεβρουαρίου \n2024","source_license":"CC0","license_restricted":false}